Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Τα ανεκτίμητα


   Ένας ολόκληρος μήνας πέρασε στην Αθήνα, παρά την ελπίδα μου για γρήγορη ανάρρωση. Ένας μήνας δύσκολος και στενάχωρος. Με αρκετή αγωνία για το πρόβλημα υγείας της μητέρας μου. Με καθημερινά πηγαινέλα στο νοσοκομείο - ατελείωτες διαδρομές με λεωφορείο και Μετρό, σε μια πόλη που χρειάζεσαι σχεδόν μισή μέρα μόνο για τη μεταφορά σου. Με πολύωρη φροντίδα, γιατί τα νοσοκομεία των Αθηνών είναι απρόσωπα και δεν φταίει πάντα η έλλειψη προσωπικού… Ευτυχώς που υπάρχουν και οι φωτεινές εξαιρέσεις, τις συναντάς δύσκολα αλλά τις συναντάς, σε πείσμα των περίεργων αυτών καιρών.
   Και κάπου εκεί ανάμεσα, να σκέφτομαι την οικογένεια που άφησα πίσω, τον άντρα μου και το παιδί μου. Να τους σκέφτομαι γλυκά, με νοσταλγία, γιατί αρχίσανε μέρα με τη μέρα να μου λείπουνε πολύ. Δεν είναι κι εύκολο πράγμα να αλλάζεις ρουτίνα, να αλλάζεις τρόπο ζωής, να αφήνεις πίσω αγαπημένους. Κοιτούσα λοιπόν το ρολόι και σκεφτόμουν πως τώρα θα είναι ο ένας στη δουλειά κι η άλλη σχολείο. Κι όταν θα γυρνούσαν σπίτι δε θα υπήρχε κανείς να τους περιμένει, κανείς να τους ρωτήσει πώς πέρασαν τη μέρα τους. Και σίγουρα κανείς δεν θα τους είχε ετοιμάσει φαγητό, με όλη την αγάπη του.
   Όταν το ρολόι έδειχνε νωρίς το απόγευμα, σκεφτόμουν πως είναι η ώρα για τη βόλτα του σκύλου. Κι οπωσδήποτε η κόρη μου θα ήταν στο φροντιστήριο. Πώς να ήταν η μέρα άραγε σήμερα; Έβρεχε; Είχαν πάρει ομπρέλες; Είχαν ντυθεί ζεστά; Είχαν φάει τελικά;
   Κι όλες αυτές οι σκέψεις μου κι οι αγωνίες μιας τυπικής μάνας, τους συνόδευαν μέχρι το βράδυ που τους έλεγα καληνύχτα, άλλες φορές τηλεφωνικά κι άλλες φορές με το μυαλό μου, την ώρα που με έπαιρνε εξαντλημένη ο ύπνος.
   Η απόσταση δίνει άλλο νόημα στη ζωή μας. Ξέχασα όλες εκείνες τις φορές που φώναζα γιατί έβλεπα παρατημένα πιάτα στο τραπέζι ή πεταμένα άπλυτα ρούχα στο πάτωμα. Ξέχασα τις φορές που φώναζα και τους απειλούσα ότι θα φύγω και να δω τι θα κάνουν μόνοι τους. (Φορές που και ο πιο ψύχραιμος άνθρωπος ΄΄βγαίνει απ’ τα ρούχα του΄΄ κι ευθύς αμέσως ντρέπεται γι’ αυτό). Όλα τα μειονεκτήματα, όλα τα ελαττώματα, εξαφανίζονται ως διά μαγείας και στο μυαλό εμφανίζονται μόνο τα όμορφα, μόνο αυτά που αξίζουν πραγματικά.
   Τη μέρα που θα έβγαινε η μαμά από το νοσοκομείο, εγώ πέταγα από χαρά που θα επιστρέψω επιτέλους σπίτι μου. Φανταζόμουν την ώρα που θα αγκάλιαζα το παιδί μου και θα το έπνιγα από αγάπη. Φανταζόμουν την αγκαλιά όλων μας, ακόμα και του σκύλου, γιατί κι αυτός είναι μέλος της οικογένειας. Τελικά, το ίδιο βράδυ κατέρρευσα εγώ από μια ίωση που με γυρόφερνε μέρες. Εκείνο το βράδυ, με πυρετό, είδα στον ύπνο μου τον δερματολόγο της μαμάς (αυτόν που ρώταγα κάθε μέρα πότε θα πάρει εξιτήριο η μαμά) να μου λέει πως δεν θα επιστρέψω ποτέ στο σπίτι μου…
   Ξύπνησα τρομοκρατημένη και με την αίσθηση πως μια ανώτερη δύναμη μου έκανε πλάκα. Μια άσχημη πλάκα. Λες;… Μαύρα πανιά μέχρι να γυρίσω, αγέλαστη και θλιμμένη…
   Σήμερα είναι η πρώτη μέρα που ξυπνώ στο σπίτι μου, μετά το ταξίδι. Ξεπροβόδισα τον σύζυγο που έφευγε για δουλειά και πήγα την κόρη μου με το αυτοκίνητο στο σχολείο. Την παρακολουθώ να ανεβαίνει τα σκαλιά του σχολείου, όμορφη και καμαρωτή, ντυμένη με τα καινούρια ρούχα που της αγόρασα (την δωροδόκησα μήπως και συγχωρήσει τη μεγάλη απουσία μου. Ενίοτε τα κάνουν αυτά οι μαμάδες). Ακόμα και τα ελαττώματά της μου φαίνονται τόσο όμορφα αυτή τη στιγμή. Η αγάπη ξεχειλίζει μέσα μου.
   Και ξαφνικά ένιωσα ευγνωμοσύνη γι’ αυτό το ταξίδι. Γιατί έμαθα ότι τελικά τα πιο όμορφα, τα πιο ανεκτίμητα, τα έχουμε δίπλα μας. Απλά, μέσα στην καθημερινότητά μας, καμιά φορά το ξεχνάμε…

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 16 Μαρτίου 2015)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου