Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Μάθημα ζωής




   «Σούλαααα, σιωπή!» φώναζε ο μπάρμπα Θωμάς στη γυναίκα του κι εκείνη στεκόταν σούζα. Πού να του αντιμιλήσει, πού να σκεφτεί να δικαιολογηθεί. Ακόμα κι αν είχε δίκιο, χαμήλωνε το βλέμμα και δεν έβγαζε κιχ.
   Κατά τον ίδιο τρόπο σούζα είχε και την κόρη του. Μιλιά δεν έβγαζε η κακομοίρα όταν εκείνος μιλούσε. Η επιθυμία του νόμος. Προσταγή. Κι αν τύχαινε καμιά φορά να τα βάλει μαζί της (συνήθως για ψύλλου πήδημα), πού να αντιδράσει καμιά τους. Η μικρή λούφαζε σε μια γωνία με σκυμμένο κεφάλι κι η κυρά Σούλα δεν επιτρεπόταν σε καμία περίπτωση να υπερασπιστεί το βλαστάρι της, την μοναχοκόρη της. Αλλιώς, την έπαιρνε και τη σήκωνε.
   Μια ζωή το ίδιο σκηνικό. Καμιά φορά η κυρά Σούλα αναρωτιόταν, αν ήξερε τον χαρακτήρα του από την αρχή, ίσως να μην τον παντρευόταν, κι ίσως η ζωή της να μην είχε εξελιχθεί έτσι. Ίσως… ίσως… μα με τα ίσως ήξερε πως δεν μπορούσε να διορθώσει τίποτα πια. Ό,τι έγινε, έγινε. Δεν άλλαζε. Μόνο η πίκρα μέσα της φούντωνε και γιγάντωνε ολοένα και πιο πολύ.
   Κι επειδή αυτή η πίκρα ώρες – ώρες την έπνιγε και τη γονάτιζε, σε σημείο που δεν μπορούσε να πάρει ανάσα, αναγκάστηκε να βρει μία διέξοδο, να δημιουργήσει μια μικρή όαση στη ζωή της που θα της έδινε λίγη χαρά. Τα μεσημέρια, κι ενώ ο δερβέναγας κοιμόταν, κατέφευγε στην κοντινή παραλία και μάζευε μεγάλες πλατιές πέτρες. Κατόπιν γυρνούσε αθόρυβα στο σπίτι και τις ζωγράφιζε.
   Το ίδιο συνήθειο απέκτησε κι η κόρη της, από τη στιγμή που άρχισε να κρατά μολύβι στα χέρια. Ήταν τόσο όμορφες οι ζωγραφισμένες πέτρες και των δύο, που καθόντουσαν και τις χάζευαν για ώρα. Ποιος να το ‘ξερε πως είχαν τέτοιο ταλέντο! Η κυρά Σούλα δεν πίστευε στα μάτια της.
   Μόνο ο μπάρμπα Θωμάς δεν έβλεπε την ομορφιά τους. Κάθε φορά που έβλεπε τις πέτρες διακοσμημένες, στον κήπο τους ή στο σπίτι, ωρυόταν και άφριζε. «Τι βλακείες είναι αυτές που κάνετε! Δεν έχετε τίποτα καλύτερο να κάνετε στο χρόνο σας;» Κι άρχιζε να τους αραδιάζει ένα σωρό δουλειές που έπρεπε να γίνουν, με μία κακία που τσάκιζε κόκαλα.
   Η γυναίκα του δεν μπορούσε να το καταλάβει αυτό. Πίστευε πως οι άνθρωποι πρέπει να είναι χαρούμενοι όταν βλέπουν τους δικούς τους ευτυχισμένους. Πως πρέπει να τους παροτρύνουν και να τους επιβραβεύουν σε όλες τις προσπάθειές τους. Γιατί λοιπόν εκείνος, αντιθέτως, δεν έχανε ευκαιρία να τις μειώνει και τις δύο; Γιατί δεν έβλεπε τίποτα καλό σε ό,τι κι αν έκαναν; Κατέβαζε το κεφάλι, αναστέναζε και υπέμενε– τίποτα άλλο δεν μπορούσε να κάνει, ούτε εκείνη αλλά ούτε και η κόρη της που μαράζωνε από δυστυχία και θλίψη.
   Περάσανε έτσι πάρα πολλά δυστυχισμένα κι ανήμπορα χρόνια, εγκλωβισμένες σε μια δυσλειτουργική οικογένεια, ώσπου ο μπάρμπα Θωμάς ένα πρωινό έφυγε ξαφνικά για τόπο χλοερό… Κι έφυγε τζαναμπέτικα, όπως ακριβώς έζησε και τη ζωή του.
   Η κυρά Σούλα τίναξε το κεφάλι της θυμωμένα. Δεν έπρεπε να τα θυμάται πια αυτά. Ανήκαν στο παρελθόν. Και την πονούσαν τόσο μα τόσο πολύ! Κοίταξε γύρω της, στην έκθεση ζωγραφικής - τη δική της και της κόρης της. Ευτυχώς, κανείς από το πλήθος του κόσμου που παρευρίσκονταν εκεί δεν είχε πάρει είδηση το μικρό της πισωγύρισμα στο χρόνο.
   Αναστέναξε. Ποιος θα το φανταζόταν! Πετυχημένες ζωγράφοι και οι δυο τους! Από κει που ο Θωμάς άχρηστες τις ανέβαζε κι άχρηστες τις κατέβαζε! Κι εκείνη η κουτή είχε αρχίσει να το πιστεύει κιόλας…   
   Χαμογέλασε καθώς αντιλήφθηκε ξαφνικά το μεγαλύτερο μάθημα της ζωής της: «Ποτέ μην αφήνεις κανέναν να σε υποβιβάζει, ή να σε πείθει ότι δεν αξίζεις». Βλέπετε, η ζωή είναι γεμάτη μαθήματα. Στο δικό μας χέρι, όμως, είναι να τα αντιληφθούμε και να διδαχθούμε…

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 17 Νοεμβρίου 2014)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου