Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Η Μάγισσα Εφηβεία


   Μια φορά κι έναν καιρό, σε κάποια απόμερη γωνιά του κόσμου και μακριά από κάθε ανθρώπινο βλέμμα, υπήρχε ένα τεράστιο κι ανεξερεύνητο δάσος. Ήταν τόσο τεράστιο που θα χρειαζόταν κανείς πολύ –πολύ καιρό για να το περπατήσει.
   Στο δάσος αυτό υπήρχαν όλων των ειδών τα φυτά και τα δέντρα, καθώς επίσης κι όλων των ειδών τα ζώα και τα πουλιά, που τριγυρνούσαν κι έπαιζαν ελεύθερα κι ευτυχισμένα. Μέσα σε αυτό το άγριο όσο και πανέμορφο περιβάλλον, επέλεξαν, εκατοντάδες χρόνια πριν, να φτιάξουν το σπίτι τους όλες οι καλές μάγισσες του κόσμου.
   Τα παιδιά τους μεγάλωναν ξένοιαστα, παίζοντας όλη τη μέρα μεταξύ τους αλλά και με τα αγαπημένα τους ζωάκια. Τα παιχνίδια τους ήταν αυτά που παίζουνε και σήμερα τα παιδιά, όπως το κρυφτό και το κυνηγητό. Πότε – πότε όμως, τα έβλεπε κανείς και πάνω στη μαγική σκούπα της μαμάς τους να πετάνε στον αέρα, ανάμεσα από τα δέντρα, και τότε οι φωνές και τα γέλια τους ακούγονταν πιο δυνατά και πιο όμορφα.
   Όπως κάθε οικογένεια, έτσι κι αυτές των μαγισσών, είχαν κάποιους κανόνες τους οποίους έπρεπε να τους τηρούν όλοι και ειδικά τα παιδιά. Όπως για παράδειγμα να μην κάνουν επικίνδυνα πράγματα, να μην απομακρύνονται πολύ από το σπίτι, να μην μιλούν με αγνώστους, να μην κάνουν επικίνδυνα ή δύσκολα μαγικά που δεν γνωρίζουν καλά και που μπορεί (αν έκαναν κάποιο λάθος) να τους φέρουν μπελάδες. Ένας επίσης σημαντικός κανόνας, ήταν να έχουν καλούς τρόπους συμπεριφοράς και να είναι ευγενικά.
   Για αρκετά χρόνια, φαινόταν πως ακολουθούσαν όλοι τους κανόνες αυτούς, κι έτσι η ζωή στο μικρό χωριουδάκι κυλούσε ήρεμα κι αρμονικά. Μέχρι που κάποτε γεννήθηκε μια μικρή μαγισσούλα, στην οποία δώσανε το όνομα Εφηβεία. Από μικρή, η Εφηβεία, φαινόταν πως ήταν διαφορετική από τα άλλα παιδιά.  
   Γκρίνιαζε περισσότερο και ξεσήκωνε τον κόσμο. Δεν καθόταν σε ησυχία και συνεχώς έβαζε πράγματα στη μέση. Ήταν πιο ριψοκίνδυνη σε ό,τι κι αν έκανε κι έτσι πάθαινε πολλά μικροατυχήματα. Απομακρυνόταν από το σπίτι χωρίς να λέει πού πάει – εκείνη βέβαια απλά ξεχνιόταν κάνοντας περιπάτους κι έτσι δεν καταλάβαινε το λόγο που συνεχώς την μάλωναν. Έπαιρνε το βιβλίο με τα μαγικά της μαμάς της (βιαζόταν να μεγαλώσει και να γίνει σαν κι εκείνη) και προσπαθούσε να τα κάνει όλα, αλλά πάντα με κωμικοτραγικά αποτελέσματα – μια φορά μεταμόρφωσε το σπίτι σε καβούκι χελώνας, ενώ μια άλλη φορά έκανε να φυτρώσει μούσι στο σαγόνι της δασκάλας! Ώσπου στο τέλος άρχισε να αντιμιλάει κιόλας, φέρνοντας τους γονείς της σε απόγνωση.
   Πόσες φορές της είπαν πως ήταν κακός μπελάς! Πόσες φορές τη σύγκριναν με άλλα παιδιά! «Τι καλό κορίτσι ήταν η ξαδέλφη της, τι ήσυχη και καθωσπρέπει ήταν η φιλενάδα της, τι υπάκουα παιδιά τα γειτονόπουλα!», της έλεγαν συνεχώς.
   Η Εφηβεία είχε αρχίσει να στενοχωριέται, αλλά και να εκνευρίζεται, από τα λόγια και τις τιμωρίες των γονιών της. Κι αυτό που τη θύμωνε ακόμα περισσότερο ήταν οι συγκρίσεις με τα άλλα παιδιά. Τόσο πολύ την ενοχλούσαν, που είχε αρχίσει να τα αποφεύγει.
   Μια μέρα, που η Εφηβεία παρακολουθούσε τα άλλα παιδιά να παίζουν, άκουσε τους ψίθυρους δυο μανάδων: «Τι αξιαγάπητα που είναι! Όχι σαν την Εφηβεία!». 
   Θύμωσε τόσο μα τόσο πολύ, που ξαφνικά της ήρθε μια ιδέα. Έβγαλε το μαγικό της ραβδάκι και, κουνώντας το, είπε: «Άμπρα κατάμπρα! Όλα τα παιδιά του κόσμου, για λίγα χρόνια, πριν την ενηλικίωσή τους, να συμπεριφέρονται όπως εγώ!» και γέλασε ευχαριστημένη με την εκδίκησή της.
   Από κείνη τη στιγμή κι έπειτα, όλα τα παιδιά της συγκεκριμένης ηλικίας λες και μεταμορφώθηκαν σε άλλον άνθρωπο, τόσο άλλαξε η συμπεριφορά τους! Και από τότε, συνηθίζουμε να λέμε ότι ‘’μπήκαν στην Εφηβεία’’ (δηλαδή μπήκαν στη θέση της).
   Και ζήσανε οι έφηβοι καλά και οι γονείς… άστα να πάνε…

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 29 Σεπτεμβρίου 2014)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου