Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Τα ανεκτίμητα


   Ένας ολόκληρος μήνας πέρασε στην Αθήνα, παρά την ελπίδα μου για γρήγορη ανάρρωση. Ένας μήνας δύσκολος και στενάχωρος. Με αρκετή αγωνία για το πρόβλημα υγείας της μητέρας μου. Με καθημερινά πηγαινέλα στο νοσοκομείο - ατελείωτες διαδρομές με λεωφορείο και Μετρό, σε μια πόλη που χρειάζεσαι σχεδόν μισή μέρα μόνο για τη μεταφορά σου. Με πολύωρη φροντίδα, γιατί τα νοσοκομεία των Αθηνών είναι απρόσωπα και δεν φταίει πάντα η έλλειψη προσωπικού… Ευτυχώς που υπάρχουν και οι φωτεινές εξαιρέσεις, τις συναντάς δύσκολα αλλά τις συναντάς, σε πείσμα των περίεργων αυτών καιρών.
   Και κάπου εκεί ανάμεσα, να σκέφτομαι την οικογένεια που άφησα πίσω, τον άντρα μου και το παιδί μου. Να τους σκέφτομαι γλυκά, με νοσταλγία, γιατί αρχίσανε μέρα με τη μέρα να μου λείπουνε πολύ. Δεν είναι κι εύκολο πράγμα να αλλάζεις ρουτίνα, να αλλάζεις τρόπο ζωής, να αφήνεις πίσω αγαπημένους. Κοιτούσα λοιπόν το ρολόι και σκεφτόμουν πως τώρα θα είναι ο ένας στη δουλειά κι η άλλη σχολείο. Κι όταν θα γυρνούσαν σπίτι δε θα υπήρχε κανείς να τους περιμένει, κανείς να τους ρωτήσει πώς πέρασαν τη μέρα τους. Και σίγουρα κανείς δεν θα τους είχε ετοιμάσει φαγητό, με όλη την αγάπη του.
   Όταν το ρολόι έδειχνε νωρίς το απόγευμα, σκεφτόμουν πως είναι η ώρα για τη βόλτα του σκύλου. Κι οπωσδήποτε η κόρη μου θα ήταν στο φροντιστήριο. Πώς να ήταν η μέρα άραγε σήμερα; Έβρεχε; Είχαν πάρει ομπρέλες; Είχαν ντυθεί ζεστά; Είχαν φάει τελικά;
   Κι όλες αυτές οι σκέψεις μου κι οι αγωνίες μιας τυπικής μάνας, τους συνόδευαν μέχρι το βράδυ που τους έλεγα καληνύχτα, άλλες φορές τηλεφωνικά κι άλλες φορές με το μυαλό μου, την ώρα που με έπαιρνε εξαντλημένη ο ύπνος.
   Η απόσταση δίνει άλλο νόημα στη ζωή μας. Ξέχασα όλες εκείνες τις φορές που φώναζα γιατί έβλεπα παρατημένα πιάτα στο τραπέζι ή πεταμένα άπλυτα ρούχα στο πάτωμα. Ξέχασα τις φορές που φώναζα και τους απειλούσα ότι θα φύγω και να δω τι θα κάνουν μόνοι τους. (Φορές που και ο πιο ψύχραιμος άνθρωπος ΄΄βγαίνει απ’ τα ρούχα του΄΄ κι ευθύς αμέσως ντρέπεται γι’ αυτό). Όλα τα μειονεκτήματα, όλα τα ελαττώματα, εξαφανίζονται ως διά μαγείας και στο μυαλό εμφανίζονται μόνο τα όμορφα, μόνο αυτά που αξίζουν πραγματικά.
   Τη μέρα που θα έβγαινε η μαμά από το νοσοκομείο, εγώ πέταγα από χαρά που θα επιστρέψω επιτέλους σπίτι μου. Φανταζόμουν την ώρα που θα αγκάλιαζα το παιδί μου και θα το έπνιγα από αγάπη. Φανταζόμουν την αγκαλιά όλων μας, ακόμα και του σκύλου, γιατί κι αυτός είναι μέλος της οικογένειας. Τελικά, το ίδιο βράδυ κατέρρευσα εγώ από μια ίωση που με γυρόφερνε μέρες. Εκείνο το βράδυ, με πυρετό, είδα στον ύπνο μου τον δερματολόγο της μαμάς (αυτόν που ρώταγα κάθε μέρα πότε θα πάρει εξιτήριο η μαμά) να μου λέει πως δεν θα επιστρέψω ποτέ στο σπίτι μου…
   Ξύπνησα τρομοκρατημένη και με την αίσθηση πως μια ανώτερη δύναμη μου έκανε πλάκα. Μια άσχημη πλάκα. Λες;… Μαύρα πανιά μέχρι να γυρίσω, αγέλαστη και θλιμμένη…
   Σήμερα είναι η πρώτη μέρα που ξυπνώ στο σπίτι μου, μετά το ταξίδι. Ξεπροβόδισα τον σύζυγο που έφευγε για δουλειά και πήγα την κόρη μου με το αυτοκίνητο στο σχολείο. Την παρακολουθώ να ανεβαίνει τα σκαλιά του σχολείου, όμορφη και καμαρωτή, ντυμένη με τα καινούρια ρούχα που της αγόρασα (την δωροδόκησα μήπως και συγχωρήσει τη μεγάλη απουσία μου. Ενίοτε τα κάνουν αυτά οι μαμάδες). Ακόμα και τα ελαττώματά της μου φαίνονται τόσο όμορφα αυτή τη στιγμή. Η αγάπη ξεχειλίζει μέσα μου.
   Και ξαφνικά ένιωσα ευγνωμοσύνη γι’ αυτό το ταξίδι. Γιατί έμαθα ότι τελικά τα πιο όμορφα, τα πιο ανεκτίμητα, τα έχουμε δίπλα μας. Απλά, μέσα στην καθημερινότητά μας, καμιά φορά το ξεχνάμε…

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 16 Μαρτίου 2015)

Μια στάση στο φόβο



   Είμαι ανήσυχη. Εξαιρετικά ανήσυχη. Εδώ και ένα μήνα προσπαθώ να κάνω ένα τηλεφώνημα πολύ σημαντικό για μένα. Κοιτώ το τηλέφωνο μια με αγωνία, μια με φόβο, λες και άμα το πλησιάσω θα με βλάψει. Το γυροφέρνω για μέρες. Κάποια στιγμή καταφέρνω και το παίρνω στα χέρια μου. Πατάω τα δύο πρώτα νούμερα. Και το κλείνω. Δεν τολμώ. Το αναβάλλω όλο για αύριο και την επόμενη μέρα πάλι τα ίδια.
   Κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Άπειρο το γαλάζιο του ουρανού. Άπειρος κι ο φόβος μου. «Είμαι δειλή», κατηγορώ τον εαυτό μου.
   Σαν μακρινή ηχώ φτάνουν στ’ αυτιά μου λίγες λέξεις απ’ το παρελθόν. «Μην τρέμεις, Ιωάννα. Μην τρέμεις». Ανασκουμπώνομαι. Σκέφτομαι. Χαμογελώ. Και τηλεφωνώ.
   Χρήστος Ιακώβου, Λεωνίδας Σαμπάνης, Γιώργος Τζελίλης, Κωνσταντίνος Γκαρίπης. Οι πρώτες μου συνεντεύξεις, σαν δημοσιογράφος. Ένα καλοκαίρι που η Εθνική Ομάδα της Άρσης Βαρών ήρθε στη Σάμο για την προπόνησή της. Ένα καλοκαίρι που βούτηξα κι εγώ, πρωτάρα, στα βαθιά…
   Αρκετά πράγματα ειπώθηκαν σε κείνες τις συνεντεύξεις, αρκετά έγραψα, κι αρκετά θυμάμαι κάποιες φορές. Ένα όμως έχει χαραχτεί εντονότερα στο μυαλό μου.
   Ο Γιώργος Τζελίλης κι εγώ καθόμαστε στις κερκίδες του κλειστού γυμναστηρίου στο Βαθύ, εκεί που έκαναν τις προπονήσεις τους. Εγώ μια άπειρη και φοβισμένη δημοσιογράφος. Είχα προετοιμάσει τις ερωτήσεις μου αλλά και πάλι αγωνιούσα. Θα τα πάω καλά; Δε θα τα πάω; Πώς να μιλήσω σε αυτά τα ιερά τέρατα; Τι να ρωτήσω πέραν των βασικών; Ακόμα κι αν δεν βγάλω ΤΗΝ είδηση, η συνέντευξη θα πρέπει να είναι άψογη. Εκείνος, ένας άνθρωπος έξω καρδιά. Με χιούμορ, με κέφι, κοινωνικός και πρόθυμος να μιλήσει. Έβγαλα το κασετοφωνάκι, το κρατούσα με το ένα χέρι και κατέγραφα τη συνομιλία μας.
   Είχαμε σχεδόν τελειώσει. Έτσι νόμιζα. Εκείνος όμως, είχε κάτι ακόμα να πει. Και το είπε, τόσο ξαφνικά, που για λίγο έμεινα σαν στήλη άλατος. Μετά γέλασα με την καρδιά μου. «Μην τρέμεις, Ιωάννα. Μην τρέμεις», είχε πει.
   Δεν είναι λίγες οι φορές που δειλιάζω για διάφορα πράγματα. Να το κάνω ή όχι; Είναι σωστό; Είναι το σωστότερο; Πρέπει εγώ να το κάνω; Θα το κάνω σωστά; Και τι θα πουν οι άλλοι; Και αφού το έχω πια αποφασίσει, μια φωνούλα μέσα μου επιμένει «Είσαι απόλυτα σίγουρη;». Έτσι, για να έχω μέχρι και την ύστατη στιγμή τις αμφιβολίες μου.
   Παλιά με τρόμαζε αυτή η συμπεριφορά. Τώρα όχι γιατί έμαθα πως πίσω απ’ όλα αυτά κρύβεται ο φόβος, αυτός που αποκτούν όλοι οι άνθρωποι καθώς μεγαλώνουν. Ο φόβος που κρύβεται πίσω από τις περισσότερες δύσκολες καταστάσεις της ζωής μας. Τις καταστάσεις που ζοριζόμαστε να σκεφτούμε, να αποφασίσουμε, να πράξουμε και γενικότερα να αντιμετωπίσουμε.
   Στην αρχή δεν τον καταλαβαίνεις γιατί βυθίζεσαι στις σκέψεις και τις αγωνίες. Κι όσο βυθίζεσαι, τόσο μπλέκεσαι στα δίχτυα του ιστού του. Κάποια στιγμή όμως μαθαίνεις να παρατηρείς και βλέπεις τα συμπτώματα. Μαθαίνεις να τον αναγνωρίζεις. Όπως μαθαίνεις κάποια στιγμή να γνωρίζεις και να αναγνωρίζεις τον εαυτό σου. Κι όταν κουτσά στραβά τα μάθεις αυτά, αρχίζεις να ξεμπλέκεσαι από τον ιστό. Αρχίζεις να παλεύεις. Και να νικάς.
   Όταν βρίσκομαι μόνη με τις σκέψεις μου, εκείνες τις φορές που πάω να μπλεχτώ στα δίχτυα του φόβου, πατάω το κασετοφωνάκι κι ακούω τη φωνή του Τζελίλη. «Μην τρέμεις, Ιωάννα. Μην τρέμεις». Και ξανά. Και όσες φορές χρειαστεί, κάθε φορά που έχω ανάγκη να μου δώσει κουράγιο. Για να σταματήσω να τρέμω…

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 9 Φεβρουαρίου 2015)

Για μια αγαπημένη φίλη που έφυγε νωρίς…



   Με χαμόγελο ξεκίνησε η μέρα σήμερα, όπως πάντα σχεδόν. Με χαμόγελο προχώρησε ως το μεσημέρι. Κι από κείνη την ώρα συνέχισε με δάκρυα που με αναστάτωσαν, με έπνιξαν, με ξενύχτισαν… Και η πίκρα του επόμενου πρωινού… Η πίκρα που μένει, σαν το κατακάθι από ξεχασμένο καφέ, μετά από θυμό, φόβο, στενοχώρια - διαδοχικών συναισθημάτων που σε κατακλύζουν ξαφνικά. Σαν να άνοιξε μια πόρτα που δεν περίμενες και να ‘δες το αποτρόπαιο πρόσωπο της ζωής. Σοκάρεσαι. Όταν πια συνειδητοποιείς πως τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Όταν πια συνειδητοποιείς το πόσο αδύναμος είσαι.
   Σήμερα έμαθα για μια αγαπημένη φίλη μου…
   Μια κυρία με πλησίασε και μου έδωσε δυο σωληνάρια με αίμα. Δεν τη γνώρισα – φορούσε μαντήλι, στα μαλλιά αλλά και το πρόσωπο. Έφυγε. Πήγα να κάνω την καταχώρηση του ονόματος στον υπολογιστή. Είδα το όνομα. Παραξενεύτηκα. Καμιά φορά ο εγκέφαλος αργεί να πάρει στροφές. Ή δεν θέλει… Αρνείται πεισματικά να δεχτεί την αλήθεια.
   Αυτό που δεν μπορούσε να ομολογήσει η λογική,  μου το ψιθύρισαν άλλοι. Στ’ αυτί. Έτσι, γιατί αυτά τα πράγματα δεν τα λες δυνατά. Φοβάσαι. Φοβάσαι μην σ’ ακούσουν και σε πλησιάσουν και σένα τον ίδιο. Καμιά φορά δεν τα ψιθυρίζεις κιόλας. Τα λες με νοήματα. Ακόμα καλύτερα. Αν δεν τα ονοματίσεις, είναι σαν να μην υπάρχουν. Σαν να εξορκίζεις το κακό.
   Δεν κατάφερα να κάνω την καταχώρηση του ονόματος. Πώς θα μπορούσα άλλωστε; Τα μάτια μου άρχισαν να θολώνουν, άρχισαν να γεμίζουν με δάκρυα. Το έβαλα στα πόδια, ζητώντας ένα βιαστικό συγνώμη από τους συναδέλφους μου, κι όπου φύγει – φύγει.
   Στο φευγιό μου απάνω, συνάντησα έναν κοινό φίλο. Έπεσα στην αγκαλιά του χωρίς σκέψη, όπως τότε που ήμασταν νέοι και εκδηλωνόμασταν πιο εύκολα, πιο αυθόρμητα, κι όχι όπως επιβάλλει η ηλικία μας πια ή οι κανόνες του συχνά ψυχρού καθωσπρεπισμού.
   «Την είδα», του είπα και συνέχισε ποτάμι το δάκρυ.
   Μια αγκαλιά, ένας παρήγορος λόγος από μεριάς του. Τι να μου κάνουν όμως; Ξέρω… Κι αυτή η γνώση πονά. Και δώσ’ του το κλάμα, μέχρι να στερέψει το δάκρυ από τα μάτια. Αλλά ποτέ δεν στερεύει το δάκρυ από την ψυχή. Γιατί αυτός ο πόνος δε φεύγει, μένει για πάντα εκεί.
   Κι όσο οι αναμνήσεις με κατέκλυζαν, όσο η μορφή της ερχόταν διαρκώς στο μυαλό μου, μέσα από διάφορες πανέμορφες κοινές στιγμές της ζωής μας, στιγμές συζητήσεων αλλά και ξέφρενης τρέλας, τόσο εγώ πλάνταζα στο κλάμα. Με παράπονο. Γιατί ήταν μία γυναίκα καταπληκτική, γεμάτη δύναμη και ζωή. Μία γυναίκα η οποία εν αγνοία της με δίδαξε τόσα και τόσα στην εφηβική μας ηλικία. Πάντα χαμογελαστή και πάντα ικανή να ξεπερνά και το παραμικρό εμπόδιο. Μια γυναίκα που θαύμαζα απ’ όταν ήταν παιδί.
   Ο λιγοστός κόσμος στο προαύλιο με κοιτούσε με περιέργεια. Μια γυναίκα με ιατρική ποδιά να κλαίει απαρηγόρητη δεν είναι συχνό θέαμα. «Κλαίνε κι αυτοί;», θ’ αναρωτιούνται. Ναι, κλαίνε κι αυτοί. Ειδικά αυτοί…
   Να ‘μαι λοιπόν εδώ, αντί να παρηγορώ να με παρηγορούνε… Δειλή κι αδύναμη… Όταν την ξαναδώ, θα καταφέρω να της δώσω κουράγιο ή θα μου δώσει εκείνη τελικά;, αναρωτιέμαι μέσα στα αναφιλητά μου. Θα τολμήσω να την πάρω αγκαλιά και να της εξομολογηθώ «Αγαπημένη μου, γενναία φίλη των παιδικών μου χρόνων, σ’ αγαπώ! Πάντα σ’ αγαπούσα!», ή θα το αναβάλλω για μια άλλη φορά, χωρίς να σκεφτώ πως ίσως δεν έρθει ποτέ πια αυτή η επόμενη φορά;…

(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 2 Φεβρουαρίου 2015)

Ο καμβάς της ζωής


                                        
     Τέσσερις γυναίκες.
   Τέσσερις γυναίκες διαφορετικές.
   Τέσσερις γυναίκες διαφορετικής ηλικίας, διαφορετικής κουλτούρας, χαρακτήρα, από διαφορετικές περιοχές, διαφορετικούς κόσμους. Τις κοίταζε κανείς και καταλάβαινε αμέσως τη διαφορετικότητά τους.
   Διαφορετικές ιστορίες ήταν αυτές που κουβαλούσαν στην πλάτη τους, απόδειξη της ζωής που έζησαν. Ή που δεν έζησαν. Η κάθε μια με το δικό της ξεχωριστό χρώμα. Η ζωή δεν είναι μόνο άσπρη, ούτε μόνο μαύρη. Έχει πολλές αποχρώσεις. Αποχρώσεις που δόθηκαν με πινελιές της δικής μας προτίμησης ή που τις επέλεξαν άλλοι. Έντονες ή θαμπές. Όμορφες ή άσχημες.
   Ζωή σαν πίνακας. Χρώμα ανεξίτηλο. Το αποτέλεσμα σε ακολουθεί παντοτινά. Σε κάθε κίνηση του προσώπου, του σώματος. Σε κάθε πρόταση, σε κάθε λέξη. Στη σιωπή σου…
   Πίνακας που άλλοι καταλαβαίνουν αμέσως, ενώ άλλοι χρειάζονται περισσή σκέψη και υπομονή. Μα πάνω απ’ όλα χρειάζονται θέληση για να ασχοληθούν μαζί του – είναι κι αυτοί που νοιάζονται μόνο για τον δικό τους προσωπικό πίνακα, είναι κι αυτοί που τον πλασάρουν για Βαν Γκογκ κι ας είναι τερατούργημα… Ενίοτε, μπερδεύει κι εμάς τους ίδιους ο πίνακας της ζωής μας… Εξαρτάται…
   Τέσσερις γυναίκες.
   Τέσσερις γυναίκες διαφορετικές.
   Βρέθηκαν μαζί, στον ίδιο θάλαμο της κλινικής και τους ένωσε το ίδιο πράγμα… ο πόνος (της κάθε ασθένειας).
   Διαφορετικοί άνθρωποι, αλλά ο ίδιος πόνος, ενώνονται σε κάθε θάλαμο του νοσοκομείου. Είναι το κοινό τους σημείο, σαν δρόμοι που ενώνονται στη διασταύρωση. Δεν ξεφεύγει κανείς απ’ αυτόν, όσο και να το θέλει. Κι εκεί ακριβώς καταλαβαίνει πόσο, στο βάθος, τελικά, μοιάζουμε όλοι. Είμαστε άνθρωποι…
   Από τις τέσσερις, η μία ξεχώριζε σαν μύγα μες το γάλα.
   Γι’ άλλους είναι χαμογελαστή η ζωή και γι’ άλλους πιο σκληρή – πάει να σου δώσει κάτι και στο παίρνει πίσω, εκεί που δεν το περιμένεις, εκεί που είπες Δόξα σοι ο Θεός, και σ’ αφήνει ερείπιο να προσπαθείς να μαζέψεις τα συντρίμμια σου. Σε κοιτάει και γελάει. Αυτή η σκληρότητα αφήνει το δικό της αποτύπωμα. Σε κάνει και σένα σκληρό, κυνικό. Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς αν θέλεις να επιβιώσεις, αν θες να αντέξεις μέχρι τέλους. Πρέπει να αρπάξεις τη ζωή απ’ το μαλλί και να την ταρακουνήσεις, τουλάχιστον να πεις ότι προσπάθησες.
   Έτσι κι εκείνη.
   Τραγική η ιστορία της, τραγική φιγούρα μες τις τόσες που μας περιτριγυρίζουν. Αλλά δεν είχε παράπονο. Εκείνη προσπάθησε, δεν το έβαλε κάτω. Περιφρονούσε τον πόνο. Λες και δεν την ένοιαζε. Λες και δεν τον φοβόταν. Αγέρωχη. Δυναμική. Με χίλια μύρια προβλήματα υγείας και να μην το βάζει κάτω. «Έχω περάσει εγώ…», έλεγε. Να μιλά σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Να θέλει να φύγει να πάει βόλτα. Να γελά. Θαρρούσες πως παραλογίζεται. Να μιλά, να μιλά, να μιλά…
   …Να μιλά με έναν ασυνήθιστο τρόπο, τόσο ασυνήθιστο, τόσο μη αποδεκτό μερικές φορές, που οι άλλες γυναίκες συχνά πυκνά σοκάρονταν.
   Να σε κάνει να αναρωτιέσαι τι δεν κατάλαβες σωστά, τι σου διαφεύγει. Να σε κάνει να αναρωτιέσαι για πράγματα που πίστευες ή επιθυμούσες. Να τη θαυμάζεις και αμέσως μετά να την αντιπαθείς που τα λέει όλα χύμα. Να αναρωτιέσαι για το τι θέλει να σου πει τέλος πάντων αυτή η γυναίκα. Να την παρατηρείς καλά – καλά, απορημένος.
   Μέχρι που αρχίζεις να έχεις μια υποψία.
   Σημασία έχει να αντέχεις και να προσπαθείς, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι πρόκειται να συμβεί. Να συμμερίζεσαι και να λυπάσαι, γιατί πάλι δεν ξέρεις… πού μπορεί να σε βγάλει.
   Προχώρα και χαμογέλα. Και διώξε την πίκρα γιατί δεν βγάζει πουθενά. Προχώρα και ζήσε… όσο μπορείς…. Γιατί αυτό θα μείνει. Στο τέλος θα φωνάξεις δυνατά: «Έχω ζήσει»! Ή, με τον χαρακτηριστικό τρόπο της διαφορετικής αυτής κυρίας Αγγέλας, «Έχω πηδήξει τη ζωή!».

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 26 Ιανουαρίου 2015)

Μία από τους καλύτερους


   Όταν καμιά φορά σκέφτομαι τα μαθητικά μου χρόνια, καταφέρνω να χωρίσω τους καθηγητές μου σε τρεις κατηγορίες. Αυτούς από τους οποίους έχω κακές αναμνήσεις, αυτούς από τους οποίους έχω καλές αναμνήσεις και τέλος από τους καθηγητές που απλά έμπαιναν στην τάξη, έκαναν μάθημα κι έφευγαν ήσυχα κι αθόρυβα. Γι’ αυτούς δεν έχω κάτι σημαντικό να θυμηθώ. Γι’ αυτούς που μου άφησαν άσχημες αναμνήσεις δεν θέλω να θυμάμαι τίποτα γιατί εξακολουθώ να συγχύζομαι, ειδικά όταν σκέφτομαι ότι η συμπεριφορά ενός καθηγητή μπορεί εντέλει να καθορίσει τις επιλογές και τη μετέπειτα ζωή του μαθητή του. Κι έτσι, με μεγάλη χαρά, καταλήγω στις όμορφες αναμνήσεις και σε αυτούς που τις δημιούργησαν. Κι είναι αλήθεια, ότι μερικοί καθηγητές καταφέρνουν με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους να αφήνουν το αποτύπωμά τους στη ζωή των μαθητών τους.
   Μία τέτοια ιδιαίτερη καθηγήτρια ήταν και η κυρία Σ.
   Θυμάμαι ακόμα την πρώτη μέρα που μπήκα στα εργαστήρια, στο μάθημά της. Είχαμε μακρόστενους πάγκους, τέσσερεις όλους κι όλους. Εγώ είχα επιλέξει μια θέση πίσω - πίσω.
   Πρώτη ώρα, με τις τσίμπλες ακόμα στα μάτια και αγουροξυπνημένοι, εγώ ακουμπούσα ρέμπελα την πλάτη στον τοίχο, μπαίνει η κ. Σ. στην τάξη, κάθεται στην έδρα, τακτοποιεί τα χαρτιά της και γυρνάει το βλέμμα στην τάξη, απ’ άκρη σ’ άκρη. Ξάφνου εστιάζει σε μένα. Με ρωτάει: «Εσύ εκεί πίσω. Κοιμάσαι;». Πάγωσα.
   Ήμουν ένα παιδί που απεχθανόταν να τραβάει τα βλέμματα. Κι έτσι, σχεδόν κανείς καθηγητής δεν με πρόσεχε και δεν ασχολιόταν μαζί μου. Με άφηναν απλά στην ησυχία μου…
   …Κι εκείνη μόλις με είχε κάνει ρεζίλι στην τάξη! Κι ακόμα δεν είχε πει καλημέρα, ακόμα δεν είχε συστηθεί!
   «Όχι…» ψέλλισα τρέμοντας κι ευχόμενη να στραφεί αλλού η προσοχή της. Ο Θεός όμως εκείνο το πρωινό είχε σημαντικότερα πράγματα να κάνει – ευτυχώς – κι έτσι δεν άκουσε την ευχή μου.
   «Για έλα εδώ μπροστά» με διατάζει κι αναγκαστικά βρέθηκα στην πρώτη θέση, ακριβώς μπροστά στην έδρα, νιώθοντας σαν παίκτης στο παιχνίδι με τα φιδάκια που πατάς ένα στο τέλος του παιχνιδιού και ξάφνου, γλιστρώντας, βρίσκεσαι στην αρχή.
   Δεν χρειάζεται να πω πολλά για την αρχή της γνωριμίας μας. Ήμουν θυμωμένη, άκουγα το όνομά της κι έβγαζα σπυράκια. Ακούς εκεί να μου πει τέτοιο πράγμα! Και δεν έφτανε αυτό, στα πρώτα της μαθήματα με έβγαζε συνεχώς να πω το μάθημα και μάλιστα ολόκληρο! Πώς της κάθισα στο μάτι, δεν κατάλαβα.
   Πείσμωσα. Άρχισα να διαβάζω εντατικά, για να της αποδείξω… δεν ξέρω ούτε εγώ τι. Σιγά – σιγά, άρχισε να μου αρέσει η προσοχή της, αυτή η εμμονή της μαζί μου. Πρώτη φορά με πρόσεχαν έτσι… Ένιωθα σαν να με είχε πάρει υπό την προστασία της. Κι όταν έβλεπα την ευχαρίστησή της κάθε φορά που έλεγα μάθημα, χαιρόμουν περισσότερο.
   Θυμάμαι ακόμα την ημέρα που δώσαμε τα χέρια με ένα βλέμμα… Με σήκωσε για μάθημα. Στα μισά με διέκοψε επίτηδες για να με μπερδέψει, ρώτησε κάτι, απάντησα, κι έπειτα ζήτησε να συνεχίσω. Με ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο κι ελαφρώς ειρωνική διάθεση, γιατί πίστεψα πως ήρθε η στιγμή να πάρω το αίμα μου πίσω, ρώτησα: «Από την αρχή ή από κει που σταμάτησα;». Αχ, εκείνη τη στιγμή το βλέμμα της! Τρυφερό, γεμάτο αγάπη και αποδοχή για μια μαθήτρια που ελάχιστο χρόνο ήξερε. Κάτι έσπασε μέσα μου. Πώς μπορούσε κανείς να την αντιπαθήσει; «Από κει που σταμάτησες», είπε χαμογελώντας ζεστά και το χαμόγελο αυτό μεγάλωσε περισσότερο όταν συνέχισα χωρίς λάθος.
   Πήρα είκοσι στο μάθημά της κι ήταν ο καλύτερος βαθμός που είχα ποτέ. Πιθανότατα ήμουν η καλύτερη μαθήτριά της – κατά περίεργο τρόπο (τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο) εκείνη με είχε δημιουργήσει, με είχε πλάσει, όπως πρέπει να κάνει ένας εκπαιδευτικός. Και η κ. Σ. υπήρξε μία από τους καλύτερους που είχα ποτέ.

(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 19 Ιανουαρίου 2015)

Ανθρώπινες φιγούρες



   Μου αρέσει να κοιτώ έξω από το παράθυρο. Μπορώ να αντικρίσω το μεγαλείο της φύσης, με τις βροχές, τη συννεφιά, τον λαμπερό ήλιο, και να αγαλλιάσει η ψυχή μου. Ειδικά με κείνο το μπλε του ουρανού, σε όλες του τις αποχρώσεις. Το μυαλό ταξιδεύει, αφήνεται σαν πουλί που το σπρώχνει ο άνεμος. Κι είναι τόσο σημαντικό το ταξίδι αυτό, αυτή η ολιγόλεπτη φυγή από την καθημερινότητα, γιατί ξεμπλοκάρω, βλέπω με άλλο μάτι τα πράγματα, πιο ανάλαφρα αλλά και πιο ουσιαστικά.
   Άλλες φορές πάλι κοιτάζω τα αντικρινά σπίτια, παρατηρώ τα παράθυρα, τα φυτά στα μπαλκόνια, τους ανθρώπους που κατοικούν εκεί και κάνω εικασίες για τη ζωή τους, έτσι, για να εξασκήσω τη φαντασία μου όπως έκανα παιδί.
   Υπάρχει κι ένας ηλικιωμένος κύριος στο διαμέρισμα του τέταρτου ορόφου της απέναντι πολυκατοικίας, για τον οποίο δεν κάνω σχεδόν καμία εικασία. Ξέρω – τα βασικά τουλάχιστον.
   Τον βλέπω καθημερινά να μπαινοβγαίνει, λίγο καμπουριασμένος κι αργός απ’ το πέρασμα του χρόνου, αλλά αξιοπρεπής, περιποιημένος και πάντα με τις λεπτές κινήσεις που χαρακτηρίζουν έναν κύριο. Άλλες φορές είναι μόνος, κουβαλώντας μια τσάντα με ψωμί ή άλλα ψώνια, κι άλλες φορές κουβαλώντας ή σπρώχνοντας ένα αναπηρικό καροτσάκι.
   Δεν γνωρίζω αν η σύζυγός του είχε κάποιο πρόβλημα εκ γενετής ή το απέκτησε μετά. Η γειτονιά, που συνήθως τα γνωρίζει όλα, πιάστηκε αδιάβαστη. Τον παρατηρώ να την κατεβάζει από τα σκαλιά με την απόλυτη προσοχή που χρήζει η περίσταση. Μετά, αν έχει κρύο, της κουμπώνει τη ζακέτα και καμιά φορά περνάει τα δάχτυλά του απ’ τα μαλλιά της, για να στρώσει ένα τσουλούφι που δραπέτευσε. Την προσέχει λες και είναι νιόπαντροι. Αλλά δεν είναι.
    Καμιά φορά τον βλέπω στο μπαλκόνι, να ποτίζει τις γλάστρες του ή να το σκουπίζει, και μάλιστα με τέτοια προσοχή και δεξιοτεχνία που είναι ασυνήθιστη για άνδρα. Στο τέλος, κάθεται σε μια καρέκλα και καπνίζει ένα τσιγάρο με βλέμμα απλανές. Μου θυμίζει εμένα και τις ώρες που χαζεύω έξω απ’ το παράθυρο, ποθώντας να ταξιδέψει ο νους μου, να ξεφύγει… Ποιες σκέψεις άραγε βασανίζουν το δικό του μυαλό;
   Τις προάλλες τον πέτυχα στον φούρνο της γειτονιάς. Είχε πάει απ’ το σχολείο να πάρει το εγγονάκι του και μετά, μαζί με ένα τσούρμο συμμαθητών, πήγαν στο φούρνο και τους αγόρασε σοκολάτες. «Όλα εγγονάκια μου είστε», τον άκουσα να λέει καλόκαρδα και μου έκανε εντύπωση η αγάπη στα λόγια του.
   Το ίδιο απόγευμα επιχείρησα να μάθω κάτι παραπάνω γι’ αυτόν, από μια κουτσομπόλα γειτόνισσα που έτυχε να συναντήσω στην εκκλησία. Ώρες – ώρες είναι χρήσιμες κι αυτές. Μου είπε λοιπόν ότι εκείνος, μια στο τόσο, πηγαίνει στην εκκλησία και αφήνει τσάντες με πράγματα για τις άπορες οικογένειες της γειτονιάς. Μάλιστα μια φορά επισκέφτηκε το σπίτι κάποιων φτωχών, που έκαναν έκκληση για βοήθεια στην τηλεόραση, κι άφησε το κατιτίς του, όχι πολλά, γιατί δεν είναι εύπορος, απεναντίας, αλλά έχουν να λένε για τη φιλανθρωπία του.
   Συνεχίζω να τον παρατηρώ, κάθε φορά που τυχαίνει να τον βλέπω από ψηλά, σαν αθέατος θεατής στιγμών της καθημερινότητάς του. Το βλέμμα μου τον ακολουθεί μέχρι που χάνεται, τον ακολουθεί σαν να τον συντροφεύει, σαν να τον αγκαλιάζει. Σχεδόν όπως αγκαλιάζει εκείνος τη γυναίκα του, το εγγόνι του, τον κόσμο γύρω του.

  «Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που ξέρουμε είναι εκείνοι που έχουν γνωρίσει την ήττα στη ζωή τους, που έχουν υποφέρει, που έχουν αισθανθεί την απώλεια, και που έχουν βρει την έξοδο απ’ αυτά τα βάθη.
Αυτοί οι άνθρωποι έχουν ευγνωμοσύνη, έχουν ευαισθησία, και καταλαβαίνουν ποια είναι η ζωή εκείνη που σε γεμίζει ευσπλαχνία, τρυφερότητα, βαθειά αγάπη και σε κάνει να νοιάζεσαι.
Οι ωραίοι άνθρωποι δεν προκύπτουν απλώς». –
Elisabeth Kubler-Ross.

(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 12 Ιανουαρίου 2015)