Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Ασφυξία



   Δεν άντεχε άλλο. Όλα την τρέλαιναν. Δεν είχε μεγαλώσει, ούτε ζήσει έτσι αυτή, άλλα είχε μάθει. Είχε ένα πρόγραμμα - της φέρανε τα πάνω κάτω. Είχε αξίες - τις ποδοπάτησαν. Είχε πιστεύω, τα κορόιδεψαν. Όλα της τα καταπάτησαν. Σαν από αντίδραση, να μην την αφήσουν σε ησυχία. Σαν να μην έβλεπαν πόσο κακό της έκαναν. Πώς να ζήσει ένας άνθρωπος όταν του διαγράφουν τα πάντα από τη ζωή του; Η ύπαρξη δεν είναι κοντέρ να το μηδενίσεις.
   Στιγμή ησυχίας! Να μην κάνει το δικό της, παρά να ακολουθεί τους άλλους. Στη βούλησή της είχαν περάσει κολάρο και σχοινί. Δεμένη την είχαν. Να μην κουνηθεί. Τους ενοχλούσε ένας άνθρωπος να σκέφτεται και να πράττει μόνος του, ελεύθερα, με την ομορφιά που έχουν οι έξυπνοι και δημιουργικοί, οι δραστήριοι. Γιατί έτσι θα φαινότανε το δικό τους μειονέκτημα, η δική τους ανεπάρκεια.
   Δεμένη! Ούτε μέτρο ελευθερίας! Καταπώς τους βόλευε αυτούς. Για να ‘χουν το κεφάλι τους ήσυχο. Για να μπορούν να εκμεταλλευτούν καταστάσεις, να εκμεταλλευτούν την ίδια. Τα έβλεπε και δεν πίστευε στα μάτια της. Πώς είχε καταντήσει έτσι; Πώς είχε καταντήσει υποχείριο; Πώς το άφησε να εξελιχθεί; Δεν έβλεπε τα σημάδια; Πώς μπορεί μια υποχώρηση (ή αδυναμία;…) να σε κυλήσει πίσω, να σε πνίξει, σαν σε ρεύμα του πιο άγριου ποταμού;
   Η ευγένεια παρερμηνεύεται.
   Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, ένιωθε. Σαν να ήταν αργά για να κάνει το οτιδήποτε. Κι όμως, το προσπαθούσε. Ο άνθρωπος δεν αντέχει για πολύ τη φυλακή. Δεν αντέχει να πηγαίνει κόντρα σε αυτό που θεωρεί ο ίδιος σωστό, στη φύση του, σ’ αυτό που τον προστάζει ολάκερη η ύπαρξή του.
   Ελευθερία ή θάνατος!, ούρλιαζε η φωνή της λογικής. Μιας λογικής μισοτρελαμένης… Έπρεπε να κόψει τα δεσμά, να παλέψει με νύχια και με δόντια. Αρκετά περίμενε, αρκετά έκανε υπομονή. Ελευθερία ή θάνατος, σκεφτότανε με μανία. Έπρεπε να ξεφύγει από τις δαγκάνες της αρρωστημένης αυτής κατάστασης.
   Μα οι άνθρωποι είναι σκληροί. Δε σε ακούνε. Δε σε ακούν πραγματικά. Τι κι αν λες όχι; Θα το κάνεις! Επειδή έτσι θέλουν αυτοί. Κι αν αντιδράσεις, υπάρχουν τρόποι να σε γονατίσουν. Γιατροί - κοράκια που πέφτουν πάνω σου. Για το καλό σου. Ούτε αυτοί ακούν πραγματικά. Δεν θεραπεύουν το κακό απ’ τη ρίζα, αλλά τις παρενέργειές του. Θεραπείες. Για το καλό σου. Όλα για το καλό σου, μέχρι την τελευταία σου πνοή… Πειθήνια, με μαστουρωμένα μάτια, με εικόνα που δεν μοιάζει με τον παλιό εαυτό. Τώρα ήρθες στα μέτρα τους, έτσι σε θέλουν. Ήσυχη. Για να ησυχάσουν κι οι δικές τους συνειδήσεις. Να πούνε πως έκαναν ό,τι μπορούσαν. Ό,τι μπορούσαν εκτός από αυτό που θα έπρεπε, το πιο λογικό. Να σε ακούσουν. Τι δύσκολο πια!
   Απογοήτευση.
   Ελευθερία ή θάνατος!, ουρλιάζει ξανά η φωνή της λογικής, όσης έχει απομείνει πια. Ακόμα παλεύει να απαγκιστρωθεί. Να σηκωθεί στα πόδια, να παλέψει, να ζήσει. Ελεύθερη, όπως παλιά. Με τη δική της αλήθεια για οδηγό.
   Μα πόσο σκληροί οι άνθρωποι τελικά! Άνθρωποι απάνθρωποι! Αν δε σε βάλουν στο καλούπι τους, δε σε αποδέχονται. Σε προτιμούν νεκρή. Τελειωμένη. Κι η δύναμη ισχύος συνεχίζεται, μέχρι να σε τσακίσουν τελείως. Και τι θα μείνει τελικά από σένα; Όχι εσύ. Μόνο αυτό που θέλουν αυτοί από σένα. Θα παίζεις το δικό τους ρόλο, αυτόν που σε προγραμμάτισαν. Ρομποτάκι, πειθήνιο όργανο να τους ικανοποιείς τις ορέξεις, να μην αντιδράς.
   Πίστευε στον άνθρωπό σου!, φωνάζεις, αλλά ποιος σε ακούει! Είναι δύσκολο και να πιστέψουν σε κάτι – σε κάποιον άλλον εκτός από τον εαυτό τους. Αποδέξου με!, φωνάζεις, αλλά δεν έχουν μάθει. Σεβάσου!, μα αυτή η λέξη είναι άγνωστη.
   Ελευθερία ή θάνατος!, μια ύστατη προσπάθεια να παλέψεις, γιατί η ζωή δε νοείται φυλακισμένη…

(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ την 1η Δεκεμβρίου 2014)
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου