Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Εκατό και βγαίνω



                                            
                             φωτογραφία: Δημήτρης Κοράκης
   Θυμάμαι, μαζευόμασταν κάθε απόγευμα όλα τα παιδιά της γειτονιάς και γεμίζαμε δημιουργικά τον ελεύθερο χρόνο μας, κάνοντας ό,τι (θα έπρεπε να) κάνει κάθε παιδί. Παιχνίδι, άφθονο γέλιο, εφευρετικότητα, κοινωνικές συναναστροφές πρόσωπο με πρόσωπο κι όχι μέσα από οθόνες, και γενικώς διάφορα με τα οποία αποκτούσαμε κάποιες από τις δεξιότητες που είναι απαραίτητες σήμερα στη ζωή μας.
   Ένα από τα παιχνίδια που παίζαμε συνέχεια σαν παιδιά, ίσως από τα πιο αγαπημένα μας, ήταν και το κρυφτό. Επιλεγόταν ένα παιδί το οποίο  «τα φύλαγε» με κλειστά τα μάτια, συνήθως μπροστά σε ένα στύλο ή τοίχο, ενώ τα υπόλοιπα έτρεχαν να κρυφτούνε εκεί γύρω όσο πιο καλά μπορούσαν. Το παιδί που «τα φύλαγε» μετρούσε, συνήθως ανά πέντε, μέχρι τον αριθμό εκατό. «Πέντε, δέκα, δεκαπέντε… ενενήντα, ενενήντα πέντε, εκατό, φτου και βγαίνω», έλεγε. Μόλις τελείωνε το μέτρημα, προσπαθούσε να βρει πού είχανε κρυφτεί τα υπόλοιπα παιδιά.
   Μερικές φορές η ένταση ήταν τόσο μεγάλη, η ανυπομονησία να ξεκινήσει το παιχνίδι τόσο έντονη, που το παιδί αυτό «έκλεβε» στο μέτρημα (κι ίσως να ήταν κι η μόνη φορά που συγχωρούταν αυτή η κακιά συνήθεια). Έτσι λοιπόν ακούγαμε «πέντε, δέκα, δεκαπέντε, εικοσιπέντε, τριάντα, σαράντα» και πολλές φορές σκάγαμε στα γέλια. Άλλες φορές πάλι, όταν δεν προλαβαίναμε να κρυφτούμε, φωνάζαμε πως έγινε ζαβολιά, απαιτώντας να ξεκινήσει από την αρχή το μέτρημα.
   Το παιχνίδι τούτο λοιπόν θυμήθηκα αυτές τις μέρες και πήγα πολλά –πολλά χρόνια πίσω. Και το θυμήθηκα καθώς παρατηρούσα μια μέρα τον αριθμό των κειμένων που έχω γράψει για την εφημερίδα «Σαμιακόν Βήμα». Σχεδόν εκατό κείμενα, μέσα σε δυο χρόνια και λίγο παραπάνω. Δυο χρόνια δημιουργικής γραφής για μένα, ενασχόλησης με αγάπη για τη γραφή, μια αγάπη που βγαίνει από μέσα μου και δεν μπορώ να τη σταματήσω. Δεν είναι καθόλου τυχαίο άλλωστε πως, εάν περάσουν λίγες μέρες χωρίς να γράψω κάτι, οτιδήποτε, με πιάνει νευρικότητα και νιώθω «να  πνίγομαι». Κι εδώ φαίνεται η μεγάλη σημασία και σπουδαιότητα του να ασχολούμαστε με αυτό που πραγματικά αγαπάμε στη ζωή μας, με αυτό που μας γεμίζει.
   Ο λόγος που μετρούσα κι εγώ, μετρούσα τα κείμενά μου, ήταν γιατί, καθώς μύρισε καλοκαίρι πια, ένιωσα την ανάγκη για ένα διάλειμμα. Και παρόλο που το έχω πραγματικά μεγάλη ανάγκη, ένιωσα και μια λύπη ταυτόχρονα στη σκέψη να αποχωριστώ τη στήλη μου στην εφημερίδα. Ξαφνικά, τα εκατό μου φάνηκαν πολύ λίγα, ο χρόνος μου φάνηκε μικρός και σαν να κύλησε νεράκι. Για μέρες βρισκόμουν διχασμένη ανάμεσα σε δυο επιλογές. Μέχρι που το πήρα απόφαση. Από αυτές τις αποφάσεις που τις παίρνεις με βαριά καρδιά.
   Εκατό και βγαίνω, λοιπόν, νιώθοντας κι εγώ σαν να κάνω μια μικρή ζαβολιά, σαν να «έκλεψα» στο μέτρημα. Παρόλα αυτά, το σίγουρο είναι πως κάποια στιγμή θα ακολουθήσουν κι άλλα. Η έμπνευση δεν σταματά. Ανανεώνεται.
   Όσα κείμενά μου δημοσιεύθηκαν στο «Σαμιακόν Βήμα», θα τα βρίσκετε επίσης στο ioannakastani.blogspot.gr
   Η στήλη μου «Τριανταφυλλάκι» κι εγώ, σας ευχόμαστε να έχετε ένα πολύ όμορφο καλοκαίρι! Εις το επανιδείν!



(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα)


Σαν κόσμημα



                                                 
                                    Το κόσμημα, της φίλης Ελεάννας
   Η υπάλληλος στην οποία απευθύνεται, την έχει εξυπηρετήσει κι άλλες φορές, αμέτρητες θα λέγαμε, μιας και τόσες πολλές φορές χρειάστηκε να προσέλθει στην υπηρεσία αυτή. Και το σίγουρο είναι πως θα χρειαστεί ακόμα τόσες κι ίσως ακόμα παραπάνω.
   Της ζητάει το χαρτί που χρειάζεται και της εξηγεί το λόγο που το χρειάζεται. Πρόκειται για ένα έγγραφο το οποίο ομολογουμένως έχει πολλή δουλειά για να γίνει, αφορά μια περίοδο είκοσι χρόνων πριν, τότε που δεν υπήρχαν υπολογιστές ώστε να κρατείται αρχείο και να γίνεται η δουλειά πιο εύκολα. Γνωρίζει λοιπόν εκ των προτέρων ότι ζητάει κάτι δύσκολο (κάτι που ίσως άλλος να μην έμπαινε καν στον κόπο να το κοιτάξει και που ίσως να της έλεγε βιαστικά ένα κοφτό όχι για να την ξεφορτωθεί). Της το επιβεβαιώνει κι η υπάλληλος, ρωτώντας την αν σίγουρα χρειάζεται αυτό ή κάτι άλλο, διότι θα χρειαστεί μεγάλη διαδικασία για να γίνει κι όταν δέχεται καταφατική απάντηση σηκώνεται και κατευθύνεται σε κάποια ράφια που βρίσκονται πίσω της. Ψάχνει τα παλιά αρχεία. Στα λίγα μέτρα που διένυσε φάνηκε να καμπουριάζει, έμοιασε κουρασμένη ξαφνικά, σαν η δουλειά όλης της μέρας να έδειχνε τα σημάδια της τώρα. Η κοπέλα την κοιτάζει με λύπη, λίγο και με ενοχές, τη φαντάζεται να γυρνάει σπίτι κάθε μεσημέρι πονοκεφαλιασμένη από τα αιτήματα όλων των πολιτών, κάποια από αυτά χρονοβόρα και δύσκολα σαν το δικό της.
   Πρόκειται για μια από τις λιγοστές εναπομείνασες υπαλλήλους, διότι μετά τις αλλαγές που έχουν γίνει στις δημόσιες υπηρεσίες, λόγω της οικονομικής κρίσης, δεν έχουν μείνει και πολλοί, άλλοι πήραν σύνταξη -πρόωρη ή μη- κι άλλοι μετατέθηκαν σε άλλες υπηρεσίες που υποτίθεται πως είχε λιγότερο προσωπικό. Σε πολλές περιπτώσεις δε, οι πιο άτυχοι, απολύθηκαν κιόλας. Έτσι κι η δουλειά τώρα φαίνεται περισσότερη, κι οι ουρές στις υπηρεσίες (ειδικά σε αυτή) μοιάζουν να μεγαλώνουν ολοένα και περισσότερο.
   Όσο την περίμενε στη σειρά της για να εξυπηρετηθεί, την παρακολουθούσε με βλέμμα γεμάτο περιέργεια, όχι σαν αυτό το ανυπόμονο που έχουν μερικοί βρίζοντας από μέσα τους για την καθυστέρηση που υφίστανται, αλλά με παρατηρητικό, σαν να θέλει να μάθει περισσότερα για την υπάλληλο που θα την εξυπηρετήσει. Ακόμα κι η παραμικρή λεπτομέρεια μπορεί να προδώσει πολλά για έναν άνθρωπο. Κι αν για άλλους δεν έχουν σημασία οι άνθρωποι γύρω τους, για την ίδια έχουν. Σκεφτόταν με ανακούφιση, όταν συναντούσε κάποιον σωστό, «να, υπάρχει ελπίδα»…
   Η αλήθεια είναι πως για τη συγκεκριμένη υπάλληλο είχε ήδη κάνει την κρίση της, την είχε αξιολογήσει προ πολλού, απλά τώρα επιβεβαίωνε την ορθότητά της. Επρόκειτο για μια υπάλληλο που προσπαθούσε πάντα να σε εξυπηρετήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, σου έλεγε καλημέρα με χαμόγελο και πάντα προσπαθούσε να σου εξηγήσει τις διαδικασίες ώστε να μην έχεις απορίες, να μην κάνεις λάθος στα χαρτιά που έπρεπε να προσκομίσεις, να μην ταλαιπωρείσαι άδικα. Έσκυβε στα έγγραφα με προσοχή, τα μελετούσε, συμπλήρωνε, εκτύπωνε άλλα. Ακούραστα, κι ας είχε να κάνει καθημερινά με πλήθος κόσμου.
   Της είχε μιλήσει ακόμα και στο τηλέφωνο μια φορά που χρειάστηκε μια πληροφορία, κι ακόμα κι εκεί αντικατοπτριζόταν η ευγένειά της. Καλημέρα σας, της είχε απαντήσει στη δική της καλημέρα και -τι περίεργο!- ακουγόταν το χαμόγελό της, πλατύ και ικανό να σου φτιάξει τη διάθεση. Με ευγένεια της έδωσε τις πληροφορίες που χρειαζόταν κι, αφότου κλείσανε, η ίδια ένιωσε την επιθυμία να την ξανακαλέσει, ένα περίεργο πράγμα, πώς κάνουνε οι ερωτευμένοι που θέλουν να ξανακούσουν τη φωνή του αγαπημένου, κάτι τέτοιο λοιπόν.
   Η αλήθεια επίσης είναι πως δε συναντάς συνέχεια ευγενικούς υπαλλήλους (είτε στο δημόσιο, είτε στον ιδιωτικό τομέα), αυτούς που έχουν το κάτι παραπάνω, που φαίνονται πως αγαπούν τη δουλειά τους και την κάνουν με χαρά, κι έτσι τέτοιες περιπτώσεις ξεχωρίζουν, λάμπουν σαν το πιο ακριβό κόσμημα. Ένα κόσμημα που οφείλουν, όσοι το έχουν, να το προσέχουν ιδιαίτερα. Κι όσοι το συναντούν, να το αναγνωρίζουν.

(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα)

Χωρίς σκοπό



                               
                                                    πίνακας: Μαρία Τάρταρη
                         
   Είχε σηκωθεί από νωρίς το πρωί, είχε στρώσει τα κρεβάτια, είχε συμμαζέψει το σπίτι, το είχε αερίσει, είχε μαγειρέψει κι είχε βάλει κι ένα πλυντήριο. Έριξε μια ματιά γύρω της. Το σπίτι έμοιαζε καθαρό, πριν δυο μέρες είχε βάλει σκούπα κι είχε ξεσκονίσει. Ασιδέρωτα είχε κάτι λίγα μόνο, θα μπορούσε να τα σιδερώσει όλα αύριο μια και καλή. Κοίταξε το ρολόι. Ήταν μόλις 11 η ώρα.
   Οι ώρες δεν περνούσαν, οι μέρες δεν περνούσαν. Και ήταν πάντα γεμάτες με το ίδιο πράγμα, κάθε μέρα το ίδιο και το ίδιο: τις δουλειές του σπιτιού. Κάθισε στον καναπέ αναπαυτικά, έβαλε στα πόδια της το lap top και ξεκίνησε να κάνει ό,τι έκανε κάθε μέρα για να γεμίσει τις ελεύθερες ώρες της. Άρχισε να παίζει ένα παιχνίδι που είχε ανακαλύψει τυχαία μια μέρα, πριν ενάμιση περίπου χρόνο, στο διαδίκτυο. Επρόκειτο για ένα παιχνίδι που το έπαιζε με άλλους παίκτες, άγνωστούς της, που όμως πια θεωρούσε πως είχε γνωρίσει αρκετά καλά. Κι ήταν χαρούμενη γι’ αυτό, μπορεί να ήταν περιορισμένη στο σπίτι, όμως ταυτόχρονα θα μπορούσε να πει κανείς πως είχε και παρέα, πως αντάλλασε και μια κουβέντα, κι έτσι οι ώρες της περνούσαν ευχάριστα.
   Κάθε μέρα λοιπόν ήταν προγραμματισμένο το ραντεβού στον διαδικτυακό κόσμο, αδημονούσε γι’ αυτό, πάνω κάτω τις ίδιες ώρες, ώστε να ξεκινήσει το παιχνίδι. Και πράγματι, χαμογέλασε ευχαριστημένη μόλις ξεκίνησε. Δεν την πείραζε καθόλου που έτρωγε τόσες ώρες μέσα εκεί, σε έναν ψεύτικο –στην ουσία- κόσμο. Αντιθέτως, της άρεσε πολύ, γιατί είχε αποκτήσει έναν κήπο σε αυτό το παιχνίδι, έναν πανέμορφο δικό της κήπο γεμάτο λουλούδια και φυτά, εν αντιθέσει με τον πραγματικό της κήπο που ό,τι κι αν φύτευε μαραινόταν, λες και το έκαναν επίτηδες τα φυτά, λες και ήταν συνεννοημένα μεταξύ τους.
   Και κάπως έτσι, μερικές φορές, στη ζωή μπερδευόμαστε, κάποια στιγμή χανόμαστε στους ψεύτικους κόσμους που μας περιτριγυρίζουν, τους μπερδεύουμε γι’ αληθινούς, τους δίνουμε νόημα, δενόμαστε μαζί τους, τους ακολουθούμε και τους συντηρούμε. Ηθελημένα ή αθέλητα, συνειδητά ή ασυνείδητα, πορευόμαστε έτσι, αποφεύγοντας την πραγματικότητα.
   Εκείνη τη μέρα, ωστόσο, κάτι συνέβη. Κάτι που δεν μπορούσε να το εξηγήσει ούτε η ίδια όταν το σκεφτόταν αργότερα. Εκεί που έπαιζε, ξαφνικά, σήκωσε το κεφάλι της, κοίταξε έξω τον γαλάζιο ουρανό, τη θάλασσα, τον πραγματικό κόσμο δηλαδή, αναλογίστηκε πού ήταν μέχρι πριν λίγο, κι αναρωτήθηκε: «Τι κάνω; Μα, πραγματικά, τι κάνω;». Συνειδητοποίησε πως είχε αφήσει χρόνο από τη ζωή της να πάει χαμένος, για την ακρίβεια ασυνείδητα τον γέμιζε με πράγματα που δεν είχαν σκοπό, χωρίς να κάνει πράγματα που ήθελε και που θα σήμαιναν πραγματικά κάτι. Σαν να άφηνε επίτηδες το χρόνο να γλιστράει μες από τα χέρια της. Το σκέφτηκε λίγο. Σάμπως ήξερε τι ήθελε; Η ζωή την προσπερνούσε, κι εκείνη είχε χαθεί. Είχε βαλτώσει. Είχε ξεχαστεί. Είχε ξεχάσει τον εαυτό της, τον εσώτερο εαυτό της. Τι ήθελε; Τι πραγματικά ήθελε από τη ζωή της;
   Το σκέφτηκε για ώρα, ώρα πολλή, κοιτάζοντας μέσα της και ταυτόχρονα απέναντι στον γαλάζιο ουρανό, ακίνητη κι ακινητοποιημένη από την ξαφνική αυτή ανατροπή της καθημερινότητάς της. Σαν να ‘χε φάει ένα χαστούκι πολύ δυνατό.
   Έμεινε σε αυτή τη θέση για δυο ώρες τουλάχιστον και κάποια στιγμή σηκώθηκε αποφασισμένη. Ήξερε τι ήθελε από τη ζωή της. Πάντα ήξερε, ακόμα κι όταν νόμιζε πως δεν ήξερε, όσο τρελό κι αν ακούγεται αυτό. Υπάρχουν φορές που φοβόμαστε να κοιτάξουμε κατάματα τις επιθυμίες μας, φοβόμαστε να τις κυνηγήσουμε, φοβόμαστε να βάλουμε στόχους. Εκείνη πάγωσε το χρόνο κι είδε μέσα της, κατάλαβε, αποφάσισε, στόχευσε κι έκτοτε δεν σταμάτησε να κυνηγάει τα όνειρά της.

(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα)