Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2019

Οι άλλοι / The others -Σταύρος Σταύρου




Διαβάζω ποίηση. Αυτό που μου αρέσει σε αυτήν, είναι το ταλέντο ορισμένων ανθρώπων να περιγράφουν μια ολόκληρη ιστορία με λίγες μόλις λέξεις. Μάλιστα, οι λέξεις που επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν, είναι τέτοιες που βοηθούν τη φαντασία να μετατρέψει αυτήν την ιστορία σε εικόνα. Ταυτόχρονα, σου γεννούν τέτοιο πλήθος συναισθημάτων, που απορείς πώς λίγες μόνο λέξεις γίνεται να έχουν τέτοια ικανότητα. Κι όμως. Το άγγιγμα της ποίησης είναι μαγικό.
Πάντα το θαύμαζα αυτό. Ίσως γιατί, παρόλο που γράφω κι εγώ η ίδια, δεν μπόρεσα σχεδόν ποτέ να το καταφέρω. Χρειάζομαι πολλές λέξεις, χρειάζομαι προτάσεις επί προτάσεων για να περιγράψω και να αποδώσω αυτό που θέλω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ανήκω σε άλλη κατηγορία λοιπόν, αλλά τίποτα δεν με εμποδίζει, μερικές φορές, να εναποθέτω την ψυχή μου γλυκά στα χέρια ενός ποιητή. Αντιθέτως, το αποζητώ.
Στα χέρια μου κρατώ τη συλλογή ποιημάτων «Οι άλλοι/The others», του Σταύρου Σταύρου, φίλου από την Κύπρο. Για την ακρίβεια, το free pdf αρχείο της συλλογής του, το οποίο κατέβασα από εδώ https://gumroad.com/stavros… . Είχα αναφερθεί και πάλι στον Σταύρο προ ημερών, στο f/b, με αφορμή ένα ποίημα -με θέμα το προσφυγικό -το οποίο μου αφιέρωσε. Να σημειώσω εδώ πως η συλλογή συνοδεύεται κι από την αγγλόφωνη εκδοχή της. Σιγά –σιγά ολοκλήρωσα το διάβασμα της συλλογής αυτής, και λέω σιγά- σιγά όχι επειδή είναι μεγάλη, αλλά επειδή τα ποιήματά του είναι σαν το καλό κρασί που το πίνεις γουλιά- γουλιά˙ η υπέροχη γεύση του προκαλεί τόσο ευχάριστα τον ουρανίσκο, που δεν θέλεις να τελειώσει ποτέ.
Παρόλο που το θέμα του – το προσφυγικό – είναι ένα θέμα που στο διάβα του αφήνει πληγές και πονάει, διαβάζοντας τα ποιήματα αυτά νιώθει κανείς πιο ολοκληρωμένος, πιο γεμάτος, ακόμα και πιο κατασταλαγμένος. Θα έλεγα πως η ανάγνωσή τους είναι ένα “πέρασμα” για τον αναγνώστη. Ένα πέρασμα σκληρό αλλά και γλυκό συνάμα, σαν το επικίνδυνο αλλά κι ελπιδοφόρο πέρασμα των προσφύγων από τη μία ακτή στην άλλη. Οι λέξεις είναι η βάρκα που σε μεταφέρει από την αρχή ως το τέλος του ταξιδιού. Και είτε πνίγεσαι μες την αλήθεια τους, ή επιβιώνεις αναγνωρίζοντάς την.
Μιλώντας για πόνο, σημειώνω πως ο ποιητής τον περιγράφει με μαεστρία στο ποίημα «Στο φινάλε». Αλλά και στο ποίημα «Κοντά τους», όποιος βοήθησε στο προσφυγικό θα καταλάβει επακριβώς τα τελευταία λόγια του ποιητή. Πράγματι, αυτοί που βοήθησαν τους πρόσφυγες, «χάιδεψαν με αγάπη και πόνο το θηρίο»… Κι αυτός ο πόνος έφερε νύχτες άυπνες, εφιάλτες, μέρες αδιέξοδες, κι ένα τραύμα που θα φέρουν μέσα τους παντοτινά…
Υπάρχουν κάποιες φορές που θέλεις τόσο πολύ να βοηθήσεις σε μια άσχημη κατάσταση, να είχες τη δύναμη να αλλάξεις τα πράγματα και να εξαφανιστεί η αδικία και το κακό από προσώπου γης, αλλά δεν μπορείς. Νιώθεις αδύναμος κι αυτή η αδυναμία σε τσακίζει. Κι αυτό το βλέπουμε στο πρώτο ποίημα, «Ούτε τα παιδιά μου», όπου γράφει «Δεν κοιμάμαι τις νύχτες, με δικάζω κι είμαι τόσο ένοχος που ούτε τα παιδιά μου δεν μου αξίζουν»… Κάπου εκεί παρα-δέχεσαι πως δεν είσαι Θεός, πως δεν μπορείς να αλλάξεις μόνος τα πράγματα- άλλοι κάνουν κουμάντο- όμως, τουλάχιστον, μπορείς να υπερασπίζεσαι το δίκιο με τη φωνή σου.
Κι αν αυτή η μία φωνή ενωθεί με άλλες; Στο ποίημα «Πες πως», προτρέπει τους ανθρώπους, με ελπίδα, να αντιμετωπίσουν το προσφυγικό όπως αντιμετωπίζουν το σεισμό ή τη φωτιά: να ξεχυθούν στο δρόμο φωνάζοντας όλοι μαζί. Και μια σκέψη που γεννιέται πίσω-πίσω στο μυαλό όταν συνειδητοποιείς την αλήθεια του… δεν είναι κρίμα να φωνάζουμε όταν κινδυνεύουν να χαθούν σπίτια, αλλά όχι ανθρώπινες ζωές;…
Κι όμως, εμείς ατενίζουμε το μέλλον με ασφάλεια, ήσυχοι. Για μας, το ξημέρωμα θα έρθει και πάλι στην ώρα του. Για κείνους; («Προνομιούχοι»). Επειδή όμως δεν σκεφτόμαστε όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο, «Εσύ δεν ξέρω τι σκέφτεσαι» γράφει ο ποιητής στο ποίημά του «Αποτύπωση».
Και κάπου εκεί το παράπονο προς το Θεό, από τον οποίο περιμένει κανείς βοήθεια, μια βοήθεια που κάποιες φορές δεν έρχεται ποτέ… («Παγιωμένη τεχνική»).
Πλούσια από συναισθήματα, τα ποιήματα του Σταύρου. Με θλίψη κι απογοήτευση αντικρίζει την σκληρή πραγματικότητα της ζωής, στο ποίημα «Ύστερα από αυτό», ενώ στο «Η μετανάστευση της ανθρωπιάς», η συνειδητοποίηση. Κάποτε το κύμα μας έφερνε έρωτες, τώρα ξεβράζει νεκρούς. Πράγματι, κάτι θα έπρεπε να μας λέει αυτό…
Το ποίημα «Ειδομένη», συγκλονιστικό. Ένα χαστούκι στην ύπαρξή μας. Μέσα σε λίγες λέξεις ο ποιητής έγραψε ολόκληρη ιστορία. Την ιστορία μας. “Και δεν μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται ο τόπος που έδωσε το φως να πνίγεται τώρα σε τέτοιο σκοτάδι”, ενώ στο «Σαν Έλληνες», ο ποιητής μας θυμίζει πως «η μνήμη είναι η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις». Μετά από αυτά τα δύο ποιήματα, το «Δηλητηριώδης ατμόσφαιρα στην Ευρώπη», σου αφήνει μια πικρή γεύση στο στόμα. Αυτό ήταν πράγματι το ιδανικό μας;…
Η υποκρισία, ακόμα ένα σημάδι της (ψεύτικης) εποχής που ζούμε, υπογραμμίζεται στο «Ένεκα εποχής». Οι δύο σκληρές όψεις αυτής της κατάστασης καταγράφονται στο ποίημα «Οι δύο όψεις».
Κι έρχεται η διαπίστωση πως «οι εποχές είναι γενναιόδωρες σε όλα και οπωσδήποτε σε θάνατο», στο ποίημα «Γενναιοδωρία». Κι όμως, σκέφτεσαι, είναι ακριβώς οι εποχές που η επιστήμη παλεύει για να επικρατήσει η ζωή…
Το ποίημα «Πρόσφυγες» είναι μια γροθιά στο στομάχι. Τι είναι πρόσφυγες; Ας το ακούσετε καλύτερα από τα δικά του χείλη… Στο «Βίοι παράλληλοι» δίνει ακόμη μια γροθιά: “Τα πρόσωπά τους φωτογραφίες του χειρότερου εαυτού μας…”
Τα ποιήματα «Απορία» και «Ουσιαστικό» επίσης συγκλονιστικά. Ή, ακόμα ένα παράδειγμα, του πώς μέσα σε λιγοστές γραμμές μπορεί κανείς να πει τα πάντα…
Μία από τις μεγάλες αλήθειες καταγράφεται και στο «Βολικές καταστάσεις». Ποια η διαφορά του λιμού από τον λοιμό; Τι μας φοβίζει και μας κινητοποιεί περισσότερο; Γιατί; Διαβάστε το.
Ο ποιητής δείχνει στα περισσότερα ποιήματά του ιδιαίτερη ευαισθησία για τα παιδιά, δείχνει την αγάπη του και τη συμπόνια του σε αυτά. Παράλληλα, σε ορισμένα ποιήματά του απευθύνεται στη μάνα. Ιδιαίτερα στο ποίημα «Ούτε εκεί, μάνα», η λέξη μάνα αναφέρεται έντεκα φορές, δώδεκα με τον τίτλο. Δείχνει τη σημασία αυτής της σχέσης, μάνας –παιδιών, ειδικά στις πολύ δύσκολες στιγμές της ζωής μας. Εδώ, ο ποιητής μοιάζει να ταυτίζεται με τα προσφυγόπουλα αλλά ταυτόχρονα ταυτίζει και τα δικά του παιδιά. Μας παρουσιάζει τη δύσκολη καθημερινότητά του. Πώς να αντέξει κανείς να ζει, και μάλιστα όμορφα, όταν γνωρίζει για την τόση δυστυχία γύρω του; Για τον τόσο θάνατο, που σε πληγώνει περισσότερο όταν αφορά παιδιά;
Τελικά, τι είναι αυτό που του αφήνει αυτή η άσχημη κατάσταση; Μεταξύ άλλων, τα κόκκινα μάτια, στο εξαιρετικό ποίημα «Προσευχή», με το οποίο τελειώνει η υπέροχη συλλογή του Σταύρου Σταύρου.
Ξεκίνησα λοιπόν να γράψω δυο λόγια για όσα διάβασα στη συλλογή του και κατέληξα σε κάποιες σελίδες. Αν έγραφα και τις φράσεις που “κάθισαν” οριστικά και αμετάκλητα στην ψυχή μου, θα κατέληγα με ένα πλήθος σελίδων που δεν θα είχε ίσως κανένα νόημα, γιατί το πραγματικό νόημα είναι στα ίδια τα λόγια του ποιητή, αυτούσια, ολοκληρωμένα, στη συλλογή του «Οι άλλοι/The others». Διαβάστε τη.
Σταύρο, σ’ ευχαριστώ για το “ταξίδι”.

Συνέντευξη -Θεόδωρος Δεύτος


   


 Ήταν σχεδόν δυο χρόνια πριν, όταν κλήθηκα να προλογίσω το νέο τότε βιβλίο του Θοδωρή Δεύτου, «Είμαι Πολίτισσα, τζάνουμ!», σε μια εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δήμου Σάμου και πλαισιώθηκε από τη χορωδία της Ένωσης Μικρασιατών Σάμου. Προηγήθηκε μάλιστα μια συνέντευξη με τον συγγραφέα. Είχα την τύχη και τη χαρά λοιπόν να γνωρίσω από κοντά τον αξιόλογο αυτό συγγραφέα και άνθρωπο και να συνομιλήσω μαζί του όχι μόνο για τα βιβλία του αλλά και για θέματα κοινωνικού ενδιαφέροντος. Θυμάμαι ότι η εκδήλωση ήταν φορτισμένη συγκινησιακά, λόγω του θέματος του μυθιστορήματος. Μιλούσε για την Κωνσταντινούπολη, τους Έλληνες, τους διωγμούς… Δεν έλειψαν τα δάκρυα αλλά ούτε και τα χαμόγελα.
   Πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο μυθιστόρημα του κ. Δεύτου «Το πέρασμα αντίκρυ», από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος κι ήταν μια καλή ευκαιρία για να τα ξαναπούμε λιγάκι. Ακολουθεί η συνέντευξή του.                              
Ερ: Μετά από μια επιτυχημένη συγγραφική πορεία με βιβλία που αναφέρονται στις αλησμόνητες πατρίδες και μεγάλα ιστορικά γεγονότα, όπως για την Σμύρνη, την Κύπρο, την Κωνσταντινούπολη, τον Πόντο, ήρθε και η σειρά της Βορείου Ηπείρου που είναι και η πατρίδα σας, όπως μου είχατε πει και στην πρώτη μας συνέντευξη. Γιατί αργήσατε τόσο πολύ να έρθει αυτό το βιβλίο;
Απ: Όπως ήδη αναφέρατε εγώ έχω καταγωγή από την Β. Ήπειρο. Ο πατέρας μου έφυγε δεκαπέντε χρονών από το χωριό του, την Πολύτσανη του Πωγωνίου,  και συνάντησε τον αδελφό του μετά από σαράντα χρόνια, το 1985. Μεγάλωσα λοιπόν σε μια οικογένεια που το μόνο της πρόβλημα και έννοια, ήταν τι κάνει η υπόλοιπη οικογένεια από την άλλη μεριά των συνόρων. Συνεπώς κουβαλούσα ένα φορτίο πολύ μεγάλο σε επίπεδο συναισθηματικό το οποίο δεν με άφηνε να γράψω για την δική μου αλησμόνητη πατρίδα. Αυτός λοιπόν ήταν ο βασικός λόγος, τα συναισθήματα που με κρατούσαν δέσμιο, με πλημμύριζαν και δεν με άφηναν να εκφραστώ. Ευτυχώς κάποια στιγμή ξεπέρασα αυτό το εμπόδιο.
Ερ: Αν και στο βιβλίο περνάτε αρκετά μηνύματα, θα μπορούσε κάποιος να το χαρακτηρίσει ως ιστορικό - πολιτικό θρίλερ. Περιμένετε ίσως να αφυπνίσει κάποιες συνειδήσεις;
Απ: Ασφαλώς το βιβλίο είναι ένα ιστορικό, κοινωνικό και πολιτικό μυθιστόρημα, το οποίο στέλνει πολλαπλά μηνύματα στην ελληνική κοινωνία. Μια κοινωνία που έχει σχεδόν παντελή άγνοια για το τι σημαίνει Βόρειος Ήπειρος, αλλά και πώς πέρασαν οι 400.000 περίπου Έλληνες γηγενείς που ζούσαν εκεί, μέχρι που άνοιξαν τα σύνορα το 1991 και πλέον διακινούνται ελεύθερα. Μια άγνοια, για την οποία είναι υπεύθυνο αποκλειστικά το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Ναι, είμαι σίγουρος, ότι αυτοί που θα επιλέξουν να το διαβάσουν θα συγκλονιστούν και θα αναρωτηθούν, κι εγώ τι έκανα, πού ήμουν, γιατί με έχουν ρίξει οι πολιτικές ηγεσίες που κυβερνούν αυτό τον τόπο σε λήθαργο; Γιατί αφήσαμε τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου μόνους και αβοήθητους; Δείτε τους Τούρκους πόσο πολύ ενδιαφέρονται για τις δικές τους μειονότητες! Είναι καιρός νομίζω να αφυπνιστούμε, δεν το νομίζετε κι εσείς;
Ερ: Πιστεύετε πως οι συγγραφείς, μέσα από τα έργα τους, θα πρέπει να εκφράζουν την άποψή τους για κοινωνικά ζητήματα;
Απ: Ασφαλώς, τι είναι οι συγγραφείς, άνθρωποι που ζούνε στη γυάλα; Που δεν έχουν συναισθήματα; Ή μήπως δεν πρέπει να εκφέρουμε άποψη, που είναι δυνατόν να δυσαρεστήσει κάποιους αναγνώστες; Απεναντίας, εγώ πιστεύω ότι οι πνευματικοί άνθρωποι από όποιο μετερίζι δρουν, θα πρέπει να είναι μπροστάρηδες, να δίνουν τον τόνο και να δείχνουν τον δρόμο. Εμένα με στενοχωρεί το γεγονός ότι ελάχιστοι είναι οι Πανεπιστημιακοί και Ακαδημαϊκοί που τοποθετούνται σε βαριά πολιτικά και εθνικά ζητήματα. Ασχολούνται με τα Ευρωπαϊκά προγράμματα και την καλοπέραση τους. Είναι ΛΑΘΟΣ στάση!
Ερ: Τα πρόσωπα της ιστορίας σας είναι όλα ήρωες, με την πραγματική σημασία της λέξης. Είναι πρόσωπα που δεν υποτάσσονται κι ας υπομένουν τα χίλια μύρια. Πώς αισθανόσασταν όταν γράφατε για όλα αυτά τα τραγικά συμβάντα που συνέβαιναν, δεδομένου ότι ένας συγγραφέας τη «ζει» την ιστορία που γράφει;
Απ: Πραγματικά ήρωες. Μόνο αν διαβάσει κάποιος αυτό το βιβλίο θα καταλάβει τι συνέβη στην Β. Ήπειρο. Πολλές φορές έγινα ένα μάτσο κουρέλια, πολλές φορές με πήραν τα κλάματα, πολλές φορές σφίχτηκε η καρδιά μου. Κι αυτό γιατί είχα συνομιλήσει με πολλούς ανθρώπους που είχαν κάνει στις πιο σκληρές φυλακές του Ενβέρ Χότζα και μου είχαν διηγηθεί πολύ σκληρά πράγματα, απαίσια βασανιστήρια, εικονικές εκτελέσεις, μερικά από τα οποία θα τα βρουν οι αναγνώστες και στο βιβλίο.
Ερ: Η μεταφορά ιστορικών γεγονότων στο χαρτί, απαιτεί μεγάλη μαεστρία. Εκεί παίζουν οι ισορροπίες, τόσο όσο να μην κουράσει τον αναγνώστη ένα φορτωμένο με ιστορικά στοιχεία βιβλίο. Πώς καταφέρνετε εσείς, μέσα από τα δικά σας αναγνώσματα, τα ιστορικά ταξίδια να τα γράφετε έτσι, ώστε να υπερτερεί το συναίσθημα;
Απ: Είναι αλήθεια ότι αυτά τα βιβλία απαιτούν πολύ καλή μελέτη της ιστορίας, ώστε να καταλήξεις σε ένα σωστό ιστορικό πλαίσιο και πάνω σε αυτό να κεντήσεις το μύθο σου. Εγώ προσωπικά φροντίζω να κρατώ τα σημαντικότερα στοιχεία ιστορίας και να μην κουράζω τους αναγνώστες μου με πολλές λεπτομέρειες, τις οποίες στο τέλος της ημέρας δεν θα θυμάται ο κουρασμένος πλέον αναγνώστης. Κρατώ τα απαραίτητα, γιατί γράφουμε μυθιστόρημα κι όχι ένα ιστορικό βιβλίο. Τόσα όσα χρειάζεται, λοιπόν, ιστορικά στοιχεία, τόσα όσα είναι απαραίτητα στον αναγνώστη, για να «μπει» στην ιστορία που πραγματεύεται το βιβλίο!
Ερ: Έτυχε το νέο σας βιβλίο να κυκλοφορήσει την ίδια στιγμή που ένα τραγικό συμβάν συνέβη στην ελληνική μειονότητα της Αλβανίας και το οποίο ταλάνισε όχι μόνο τους Βορειοηπειρώτες αλλά κι όλους τους Έλληνες. Θα μπορούσατε να μας πείτε την άποψή σας, αλλά και τι θεωρείτε αξιομνημόνευτο πάνω στο βορειοηπειρωτικό θέμα;
Απ: Το πιο σημαντικό και το πλέον τερατώδες για μένα, είναι ότι το πολιτικό σύστημα της χώρας, και δεν μιλώ για κόμματα, έκρυψε αυτό το μείζον εθνικό θέμα κάτω από το χαλί επί εξήντα χρόνια τώρα. Και ήρθε το περιστατικό του άτυχου Κωνσταντίνου Κατσίφα  για να αφυπνίσει την Ελληνική κοινωνία, η οποία όπως σας είπα πολύ λίγα γνωρίζει για το Βορειοηπειρωτικό και τους Έλληνες που ζουν ακόμη εκεί. Ακόμα πιο σημαντικό όμως ίσως είναι το ότι αυτοί οι άνθρωποι, παρά το γεγονός πως έμειναν εκεί αποκλεισμένοι επί πέντε αιώνες, κατάφεραν να διατηρήσουν στο ακέραιο την εθνική τους ταυτότητα, τη γλώσσα και τα θρησκευτικά τους πιστεύω.  Αυτό είναι εντυπωσιακό!!!
 Ερ: Ένα από τα σημεία που με άγγιξαν έντονα στο βιβλίο ήταν το: "...μάζευε σιωπές για να ξεσπάσει σε κραυγή!", όπου αναφέρεστε στον πρωταγωνιστή, Οδυσσέα Νταϊκο. Έχω την αίσθηση ότι κι εσείς μαζεύατε σιωπές για πολύ καιρό. Ποια είναι η δικιά σας κραυγή, λοιπόν, που βγάλατε μέσα από αυτό το βιβλίο και θα θέλατε να την ακούσουν κι οι αναγνώστες του;
Απ: Θέλω να πω στον κάθε Έλληνα και στην κάθε Ελληνίδα ότι, πέρα από την καλοπέραση και τον ευδαιμονισμό μας, υπάρχουν και άλλες υπέρτατες αξίες, με πρώτη την πατρίδα, την σημαία, την ιστορία και τις παραδόσεις του έθνους των Ελλήνων! Ας δώσουμε μεγαλύτερη σημασία σε αυτά, οι καιροί που περνάμε είναι πονηροί.
Ερ: Πόσο ταυτίζεστε με τον πρωταγωνιστή μας, τον Οδυσσέα Νταϊκο;
Απ: Ταυτίζομαι σε μεγάλο βαθμό. Έτσι θα αισθανόμουν κι εγώ, νομίζω, αν βρισκόμουν στην θέση του. Ίσως υποσυνείδητα να είμαι εγώ ο Οδυσσέας.
Ερ: Θα ήθελα να ρωτήσω πολλά ακόμη, γιατί πραγματικά η συζήτηση μαζί σας έχει πολύ ενδιαφέρον, όμως για να μην κουράσω άλλο ούτε εσάς αλλά ούτε και τους αναγνώστες, θα αρκεστώ σε μια ευχή για το νέο έτος!
Απ: Θέλω να ευχηθώ σε όλους να έχουν υγεία και για την δόλια την πατρίδα να καταφέρει να ορθοποδήσει κάποτε, να βγει από τον φαύλο κύκλο της εξάρτησης και της πολιτικής και οικονομικής υποδούλωσης. Καλή χρονιά στους αναγνώστες σας και εσάς, σας ευχαριστώ θερμά για την ευκαιρία της επικοινωνίας αυτής με τους ακρίτες μας.                                                           (Δημοσιευμένο στο Σαμιακόν Βήμα)

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Παρουσίαση βιβλίου "Είμαι Πολίτισσα τζάνουμ!" - Θοδωρής Δεύτος, 18/3/2017



                 


  """Ξεκινώντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω την Μαίρη Καλατζή και το βιβλιοπωλείο kosmos για την πρόταση να προλογίσω αυτό το βιβλίο, να καλωσορίσω  με τη σειρά μου τον συγγραφέα, Θοδωρή Δεύτο, και τέλος, να ευχαριστήσω και να καλωσορίσω κι όλους εσάς που μας τιμάτε σήμερα με την παρουσία σας.
Θα ξεκινήσω με δύο φράσεις απ’ το βιβλίο.
   «Οι θύμησες, αχ αυτές οι θύμησες! Τις ζητάς επίμονα, γλυκά, κι άλλοτε -όταν φτάσουν- σε γαληνεύουν την ψυχή, σε παίρνουν και σε πετούν ψηλά, κι άλλες φορές έρχονται βίαια, εισβάλλουν απρόσκλητες και σε αναστατώνουν το είναι». Αυτό σκέφτεται και νιώθει βαθιά στην ψυχή της η Έλσα η Ρωμιά από την Κωνσταντινούπολη, καθώς ξετυλίγει το κουβάρι των αναμνήσεών της από την Πόλη. Πότε μόνη, πότε με τη μητέρα της, τη Ρωξάνη, εξιστορούν, μέσα από ένα αφηγηματικό μυθιστόρημα, τη ζωή τους αλλά και την πορεία της οικογένειάς τους. Συγκεκριμένα, περνούν από μπροστά μας τρεις γενιές Κωνσταντινουπολιτών, από το 1923 έως το 1981.
   Μέσα από αυτήν την αφήγηση, αναδύεται η ίδια η Κωνσταντινούπολη των Ρωμιών, όπως φαίνεται μέσα από τα δικά τους μάτια, λαμπρή και μεγαλοπρεπής. Μια πόλη που δεν υπάρχει όμοιά της, (ούτε καν η ίδια -τώρα πια- δεν μοιάζει σε τίποτε με την μαγική Πόλη που ήταν), και η οποία είναι χαραγμένη ανεξίτηλα στις μνήμες όσων την έζησαν και την ποθούν ακόμα. Γι’ αυτό ακριβώς και ο πόνος του αποχωρισμού, του ξεριζωμού θα λέγαμε καλύτερα, είναι μεγαλύτερος. Γι’ αυτό και οι θύμησες, από τη μια τους γλυκαίνουν και από την άλλη τους αφήνουν μια πίκρα στο στόμα. Τέλος, γι’ αυτό ακριβώς την ποθούν ακόμα, και θα την ποθούν ως την τελευταία τους ανάσα.
   Γι’ αυτούς που την έζησαν, η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν απλώς μια πόλη. Ήταν ένα σταυροδρόμι λαών, αλλά κυρίως, το σταυροδρόμι του πολιτισμού. Κι οι Ρωμιοί της Πόλης, περήφανοι, διατρανώνουν ότι συνέβαλλαν - περισσότερο από κάθε άλλον -σε αυτόν τον πολιτισμό. Διακρίθηκαν για την Παιδεία τους, δημιουργώντας πρότυπα σχολεία (όπως το Ζάππειο, το Ζωγράφειο, τη μεγάλη του Γένους Σχολή), και βγάζοντας άριστα καταρτισμένους πολίτες. Διακρίθηκαν στο εμπόριο με τις επιχειρήσεις τους και τις πρωτοπόρες ιδέες τους - δεν υπήρχε Ρωμιός που να μην στέκεται καλά οικονομικά. Και ήταν αυτός, ένας από τους βασικούς λόγους που μπήκαν στο μάτι των Τούρκων, οι οποίοι έψαχναν εναγωνίως τρόπους να τους εξευτελίσουν, και τελικά να τους διώξουν για πάντα  από αυτά τα εδάφη. Διακρίθηκαν επίσης στις τέχνες, όπως ακόμα και σε πράγματα που μοιάζουν δευτερεύουσας σημασίας, αλλά δεν είναι. Το Κωνσταντινουπολίτικο φαγητό, η ευγένεια, η καλοσύνη, η αρχοντιά τους, φέρουν μαζί τη δική τους σφραγίδα, αξεπέραστη και αξιομνημόνευτη.
   Αυτό το βιβλίο, μοιάζει με ένα ταξίδι. Ένα ταξίδι, που θα μπορούσαμε να το χωρίσουμε σε τρεις θεματικές ενότητες: Τις ομορφιές της πόλης, την ιστορία της, και τέλος τους ανθρώπους της.
   Ξεκινώντας με τις ομορφιές της Πόλης, σεργιανάμε μες τους δρόμους και τα  στενά της. Την γνωρίζουμε καλύτερα. Πρώτα επισκεπτόμαστε την περιοχή που έμεναν οι περισσότεροι Ρωμιοί, το Πέραν, εκεί που -όπως αναφέρεται κάπου μέσα στο βιβλίο- χτυπά η καρδιά του πολιτισμού, η καρδιά της Ευρώπης. Προχωράμε στην περιοχή Ταταύλα, κατοικημένη κι αυτή ως επί το πλείστον από Ρωμιούς, και  που  είναι γνωστή κυρίως για τις βιοτεχνίες παπουτσιών. Διαβαίνουμε τον Πύργο του Γαλατά, το Μπαλούκ Παζάρ, την πλατεία Ταξίμ, ατενίζουμε το Βόσπορο και μεταφερόμαστε με το καΐκι της γραμμής στα Πριγκιποννήσια. Μιλώντας για την Κωνσταντινούπολη, δεν θα μπορούσαμε να μην επισκεφτούμε, την Αγιά Σοφιά. Θαυμάζουμε αυτό το αξεπέραστο στολίδι της Πόλης, τον λαμπρό ναό -ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής σημασίας -που χτίστηκε από τους μηχανικούς Ανθέμιο και Ισίδωρο, επί βασιλείας του Ιουστινιανού του πρώτου.
   Περνάμε από τα γνωστά κρασοπουλειά, όπου γευόμαστε τους υπέροχους μεζέδες (γιατί η κάθε πολίτικη λιχουδιά είναι μια μεταλαβιά), ακούγοντας τους μελωδικούς ήχους από σάζι, ούτι και κανονάκι. Και τελειώνουμε τη γαστρονομική μας απόλαυση με ένα καζάν ντιπί, ή ξεκινάμε με αυτό - αναλόγως τα γούστα του καθενός.
   Κατά την παραμονή μας στην Κωνσταντινούπολη, θα ήταν αδύνατο να μη σημειώσουμε και κάποιες λέξεις που μας κάνουν εντύπωση, από την ιδιαίτερη ομιλία των Πολιτών. Τις καταγράφουμε, με πρώτη λέξη αυτήν του τίτλου, το τζάνουμ, που σημαίνει «ψυχή μου», και που σε προδιαθέτει γλυκά για το τι θα ακούσεις στη συνέχεια. Κοκόνα μου, παράς, τέντζερης, οντάς, καρντάσης (αγαπητός), κισμέτι (πεπρωμένο), γιαβάς-γιαβάς (σιγά-σιγά), τρατάρισμα (κέρασμα), καρσί (απέναντι), γιαγκίνι (φωτιά), αλλά και άλλες. Παρατηρούμε ότι κάποιες από αυτές, δεν μας είναι καθόλου άγνωστες.
  
   Στη δεύτερη ενότητα, μέσα από μια μικρή Ιστορική αναδρομή εκείνων των ετών, ξαναζούμε καταστάσεις  που πληγώνουν.
   Οι πρόγονοι του Λέοντα είχαν έρθει στην Πόλη από τη Μυτιλήνη, ενώ της Ρωξάνης από την Ήπειρο. Πίστεψαν πως η Πόλη θα γινόταν η δεύτερη πατρίδα τους, κι ας έσταζε η καρδιά τους Ελλάδα. Οι εντάσεις κι οι διωγμοί όμως, τους ακολούθησαν κι εκεί.
   Τον Δεκέμβρη του ’30, η Κωνσταντινούπολη μετονομάστηκε σε  Ιστανμπούλ, κάτι που σόκαρε και τους πιο ψύχραιμους.
   Το ’42, οι Τούρκοι βάλθηκαν σιγά-σιγά να αφανίσουν όλες τις μειονότητες, με την καταβολή εξαντλητικού φόρου. Όπως αναφέρει η Ρωξάνη: «Έτσι είναι η τουρκική πολιτική όταν σε θεωρεί αντίπαλο, όταν σε βάλει στόχο».
   Παρακολουθούμε τα επεισόδια της 6ης Σεπτεμβρίου του ’55, με κομμένη την ανάσα. Διωγμοί, βιασμοί, λεηλασίες, που αφήνουν τους Ρωμιούς με σακατεμένο ηθικό και ψυχή. Επρόκειτο πια για θέμα επιβίωσης. Σιγά-σιγά, κι ως το ’64, εγκαταλείπουν την Κωνσταντινούπολη. Αφήνουν πίσω –με πόνο ψυχής – σπίτια, δουλειές, περιουσίες, αγαπημένους ανθρώπους.
   Στα αυτιά των Ρωμιών, ακόμα ηχεί το «γκιαούρηδες» από το στόμα των Τούρκων. Γι’ αυτό και δεν μπορούσαν να πιστέψουνε τη λέξη «τουρκόσποροι» που ακούσανε, από στόμα Ελλήνων αυτή τη φορά. Ακόμα και στην Ελλάδα, την πατρίδα τους, τους αντιμετώπισαν με εχθρική συμπεριφορά. Μα, τα ίδια δεν έγιναν με τους μικρασιάτες, και μετά την καταστροφή του ’22;
   Υπάρχουν φράσεις που τις έχουμε ξανακούσει. Αρκετές φορές. Φράσεις, όπως: «Ήρθανε και μας πήρανε τις δουλειές, και οι έλληνες ξενιτεύονται για να ζήσουν. Να φύγουν!». Η ιστορία μοιάζει να επαναλαμβάνεται. Επαναλαμβάνεται ακόμη και σήμερα - ειδικά στη Σάμο, το γνωρίζουμε αυτό πολύ καλά. Το φαινόμενο των μεταναστεύσεων και της προσφυγιάς, είναι παγκόσμιο και διαχρονικό. Αλλά είναι ιδιαίτερο. Και σαν ιδιαίτερο, θα πρέπει να σκύψουμε πάνω του με μια ιδιαίτερη ματιά κι ευαισθησία. Θα πρέπει ίσως να βρούμε τη μαγική εκείνη φόρμουλα που, όπως στο εργαστήριο χημείας, δύναται να αναμίξουμε δυο υλικά χωρίς να γίνει έκρηξη. Ίσως, μαθαίνοντας να σεβόμαστε την ιδιαιτερότητα του κάθε λαού, και δείχνοντας αλληλοσεβασμό και αγάπη, θα πετύχουμε κι εμείς τη μαγική φόρμουλα της συνύπαρξης και θα μάθουμε να ζούμε ειρηνικά.

   Τέλος, εστιάζουμε στους Ρωμιούς της Κωνσταντινούπολης. Γνωρίζουμε από κοντά αξιόλογους και φιλόξενους ανθρώπους, όπως η Ρωξάνη Μήτρογλου και ο Λέων Κουμιώτης. Παίρνουμε πληροφορίες για τους γονείς τους, τα παιδιά τους (την Ηρώ- την Έλσα, της οποίας η μοίρα επεφύλασσε αρκετές άσχημες εκπλήξεις- και τον Νέστορα, ο οποίος παντρεύτηκε τη λάθος γυναίκα), καθώς επίσης και για τα εγγόνια τους. Μαθαίνουμε για τη ζωή τους και τα όνειρά τους. Όνειρα που δεν έμελλε να πραγματοποιηθούν… Βρισκόμαστε παρόντες σε γάμους και γέννες. Εντυπωσιαζόμαστε με τη νοικοκυροσύνη τους. Θαυμάζουμε και τη σοφία της κυρά Ρωξάνης, μέσα από διάφορες φράσεις της, διάσπαρτες μες το βιβλίο, που το εμπλουτίζουν με περισσότερη γνώση.
   Ζούμε μαζί τους όμορφες καταστάσεις αλλά και θλιβερές, που όμως είναι το αλατοπίπερο της ζωής, όπως αναφέρουν. Κι αυτό είναι ένα ακόμη στοιχείο που τους χαρακτηρίζει. Η αισιοδοξία και η όρεξη να παλέψουν, όποια αναποδιά κι αν  βρεθεί στο δρόμο τους.
   …Και τους ακούμε να μιλούν με μιαν αγάπη για την Κωνσταντινούπολη, την Πόλη τους, μα μιαν αγάπη, που, τελικά, μαθαίνουμε να αγαπάμε κι εμείς αυτόν τον τόπο.
   Πρόκειται λοιπόν για ένα βιβλίο που, οι ωραίες εικόνες του, οι όμορφες περιγραφές, η πλοκή του, δεν γίνεται να μας αφήσουν ασυγκίνητους. Άλλωστε, ποιος Έλληνας δεν συγκινείται όταν μεταφέρεται, έστω νοερά, στην Κωνσταντινούπολη;
   Με αυτά και πολλά άλλα, όχι μόνο θα ικανοποιήσουμε την περιέργειά μας ως ταξιδευτές, αλλά θα γίνουμε και πιο πλούσιοι, όπως γίνεται ο καθένας στο τέλος ενός ταξιδιού. Κι αυτά είναι που θα αφήσουν και σε μας μια γλύκα στο στόμα, μια ομορφιά στην ψυχή, όταν γυρίσουμε και την τελευταία σελίδα. Θα νιώσουμε χαρά, όπως αναφέρει κι ο Κωνσταντίνος Καβάφης, στο ποίημά του Ιθάκη, ενώ γράφει παρακάτω: «Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.».
Και το βιβλίο «Είμαι Πολίτισσα, τζάνουμ», στην προκειμένη περίπτωση, είναι η  Ιθάκη μας!"""


Η εκδήλωση πλαισιώθηκε από τη χορωδία της Ένωσης Μικρασιατών Σάμου, η βοήθεια της οποίας ήταν ανεκτίμητη για το στήσιμο της εκδήλωσης.









(Όλως τυχαίως, επισκέφτηκα τις γιορτές το κέντρο πολιτισμού «ελληνικός κόσμος», στην οδό Πειραιώς, στην Αθήνα, όπου παρακολούθησα, στο θέατρο Εικονικής Πραγματικότητας «Θόλος»,  μία πλήρη ψηφιακή αναπαράσταση του ναού, με τίτλο «Αγία Σοφία: 1.500 Χρόνια Ιστορίας». Νομίζω πως είναι κάτι που αξίζει να παρακολουθήσουμε όλοι μας κάποια στιγμή.)