Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Παρουσίαση βιβλίου "Είμαι Πολίτισσα τζάνουμ!" - Θοδωρής Δεύτος, 18/3/2017



                 


  """Ξεκινώντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω την Μαίρη Καλατζή και το βιβλιοπωλείο kosmos για την πρόταση να προλογίσω αυτό το βιβλίο, να καλωσορίσω  με τη σειρά μου τον συγγραφέα, Θοδωρή Δεύτο, και τέλος, να ευχαριστήσω και να καλωσορίσω κι όλους εσάς που μας τιμάτε σήμερα με την παρουσία σας.
Θα ξεκινήσω με δύο φράσεις απ’ το βιβλίο.
   «Οι θύμησες, αχ αυτές οι θύμησες! Τις ζητάς επίμονα, γλυκά, κι άλλοτε -όταν φτάσουν- σε γαληνεύουν την ψυχή, σε παίρνουν και σε πετούν ψηλά, κι άλλες φορές έρχονται βίαια, εισβάλλουν απρόσκλητες και σε αναστατώνουν το είναι». Αυτό σκέφτεται και νιώθει βαθιά στην ψυχή της η Έλσα η Ρωμιά από την Κωνσταντινούπολη, καθώς ξετυλίγει το κουβάρι των αναμνήσεών της από την Πόλη. Πότε μόνη, πότε με τη μητέρα της, τη Ρωξάνη, εξιστορούν, μέσα από ένα αφηγηματικό μυθιστόρημα, τη ζωή τους αλλά και την πορεία της οικογένειάς τους. Συγκεκριμένα, περνούν από μπροστά μας τρεις γενιές Κωνσταντινουπολιτών, από το 1923 έως το 1981.
   Μέσα από αυτήν την αφήγηση, αναδύεται η ίδια η Κωνσταντινούπολη των Ρωμιών, όπως φαίνεται μέσα από τα δικά τους μάτια, λαμπρή και μεγαλοπρεπής. Μια πόλη που δεν υπάρχει όμοιά της, (ούτε καν η ίδια -τώρα πια- δεν μοιάζει σε τίποτε με την μαγική Πόλη που ήταν), και η οποία είναι χαραγμένη ανεξίτηλα στις μνήμες όσων την έζησαν και την ποθούν ακόμα. Γι’ αυτό ακριβώς και ο πόνος του αποχωρισμού, του ξεριζωμού θα λέγαμε καλύτερα, είναι μεγαλύτερος. Γι’ αυτό και οι θύμησες, από τη μια τους γλυκαίνουν και από την άλλη τους αφήνουν μια πίκρα στο στόμα. Τέλος, γι’ αυτό ακριβώς την ποθούν ακόμα, και θα την ποθούν ως την τελευταία τους ανάσα.
   Γι’ αυτούς που την έζησαν, η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν απλώς μια πόλη. Ήταν ένα σταυροδρόμι λαών, αλλά κυρίως, το σταυροδρόμι του πολιτισμού. Κι οι Ρωμιοί της Πόλης, περήφανοι, διατρανώνουν ότι συνέβαλλαν - περισσότερο από κάθε άλλον -σε αυτόν τον πολιτισμό. Διακρίθηκαν για την Παιδεία τους, δημιουργώντας πρότυπα σχολεία (όπως το Ζάππειο, το Ζωγράφειο, τη μεγάλη του Γένους Σχολή), και βγάζοντας άριστα καταρτισμένους πολίτες. Διακρίθηκαν στο εμπόριο με τις επιχειρήσεις τους και τις πρωτοπόρες ιδέες τους - δεν υπήρχε Ρωμιός που να μην στέκεται καλά οικονομικά. Και ήταν αυτός, ένας από τους βασικούς λόγους που μπήκαν στο μάτι των Τούρκων, οι οποίοι έψαχναν εναγωνίως τρόπους να τους εξευτελίσουν, και τελικά να τους διώξουν για πάντα  από αυτά τα εδάφη. Διακρίθηκαν επίσης στις τέχνες, όπως ακόμα και σε πράγματα που μοιάζουν δευτερεύουσας σημασίας, αλλά δεν είναι. Το Κωνσταντινουπολίτικο φαγητό, η ευγένεια, η καλοσύνη, η αρχοντιά τους, φέρουν μαζί τη δική τους σφραγίδα, αξεπέραστη και αξιομνημόνευτη.
   Αυτό το βιβλίο, μοιάζει με ένα ταξίδι. Ένα ταξίδι, που θα μπορούσαμε να το χωρίσουμε σε τρεις θεματικές ενότητες: Τις ομορφιές της πόλης, την ιστορία της, και τέλος τους ανθρώπους της.
   Ξεκινώντας με τις ομορφιές της Πόλης, σεργιανάμε μες τους δρόμους και τα  στενά της. Την γνωρίζουμε καλύτερα. Πρώτα επισκεπτόμαστε την περιοχή που έμεναν οι περισσότεροι Ρωμιοί, το Πέραν, εκεί που -όπως αναφέρεται κάπου μέσα στο βιβλίο- χτυπά η καρδιά του πολιτισμού, η καρδιά της Ευρώπης. Προχωράμε στην περιοχή Ταταύλα, κατοικημένη κι αυτή ως επί το πλείστον από Ρωμιούς, και  που  είναι γνωστή κυρίως για τις βιοτεχνίες παπουτσιών. Διαβαίνουμε τον Πύργο του Γαλατά, το Μπαλούκ Παζάρ, την πλατεία Ταξίμ, ατενίζουμε το Βόσπορο και μεταφερόμαστε με το καΐκι της γραμμής στα Πριγκιποννήσια. Μιλώντας για την Κωνσταντινούπολη, δεν θα μπορούσαμε να μην επισκεφτούμε, την Αγιά Σοφιά. Θαυμάζουμε αυτό το αξεπέραστο στολίδι της Πόλης, τον λαμπρό ναό -ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής σημασίας -που χτίστηκε από τους μηχανικούς Ανθέμιο και Ισίδωρο, επί βασιλείας του Ιουστινιανού του πρώτου.
   Περνάμε από τα γνωστά κρασοπουλειά, όπου γευόμαστε τους υπέροχους μεζέδες (γιατί η κάθε πολίτικη λιχουδιά είναι μια μεταλαβιά), ακούγοντας τους μελωδικούς ήχους από σάζι, ούτι και κανονάκι. Και τελειώνουμε τη γαστρονομική μας απόλαυση με ένα καζάν ντιπί, ή ξεκινάμε με αυτό - αναλόγως τα γούστα του καθενός.
   Κατά την παραμονή μας στην Κωνσταντινούπολη, θα ήταν αδύνατο να μη σημειώσουμε και κάποιες λέξεις που μας κάνουν εντύπωση, από την ιδιαίτερη ομιλία των Πολιτών. Τις καταγράφουμε, με πρώτη λέξη αυτήν του τίτλου, το τζάνουμ, που σημαίνει «ψυχή μου», και που σε προδιαθέτει γλυκά για το τι θα ακούσεις στη συνέχεια. Κοκόνα μου, παράς, τέντζερης, οντάς, καρντάσης (αγαπητός), κισμέτι (πεπρωμένο), γιαβάς-γιαβάς (σιγά-σιγά), τρατάρισμα (κέρασμα), καρσί (απέναντι), γιαγκίνι (φωτιά), αλλά και άλλες. Παρατηρούμε ότι κάποιες από αυτές, δεν μας είναι καθόλου άγνωστες.
  
   Στη δεύτερη ενότητα, μέσα από μια μικρή Ιστορική αναδρομή εκείνων των ετών, ξαναζούμε καταστάσεις  που πληγώνουν.
   Οι πρόγονοι του Λέοντα είχαν έρθει στην Πόλη από τη Μυτιλήνη, ενώ της Ρωξάνης από την Ήπειρο. Πίστεψαν πως η Πόλη θα γινόταν η δεύτερη πατρίδα τους, κι ας έσταζε η καρδιά τους Ελλάδα. Οι εντάσεις κι οι διωγμοί όμως, τους ακολούθησαν κι εκεί.
   Τον Δεκέμβρη του ’30, η Κωνσταντινούπολη μετονομάστηκε σε  Ιστανμπούλ, κάτι που σόκαρε και τους πιο ψύχραιμους.
   Το ’42, οι Τούρκοι βάλθηκαν σιγά-σιγά να αφανίσουν όλες τις μειονότητες, με την καταβολή εξαντλητικού φόρου. Όπως αναφέρει η Ρωξάνη: «Έτσι είναι η τουρκική πολιτική όταν σε θεωρεί αντίπαλο, όταν σε βάλει στόχο».
   Παρακολουθούμε τα επεισόδια της 6ης Σεπτεμβρίου του ’55, με κομμένη την ανάσα. Διωγμοί, βιασμοί, λεηλασίες, που αφήνουν τους Ρωμιούς με σακατεμένο ηθικό και ψυχή. Επρόκειτο πια για θέμα επιβίωσης. Σιγά-σιγά, κι ως το ’64, εγκαταλείπουν την Κωνσταντινούπολη. Αφήνουν πίσω –με πόνο ψυχής – σπίτια, δουλειές, περιουσίες, αγαπημένους ανθρώπους.
   Στα αυτιά των Ρωμιών, ακόμα ηχεί το «γκιαούρηδες» από το στόμα των Τούρκων. Γι’ αυτό και δεν μπορούσαν να πιστέψουνε τη λέξη «τουρκόσποροι» που ακούσανε, από στόμα Ελλήνων αυτή τη φορά. Ακόμα και στην Ελλάδα, την πατρίδα τους, τους αντιμετώπισαν με εχθρική συμπεριφορά. Μα, τα ίδια δεν έγιναν με τους μικρασιάτες, και μετά την καταστροφή του ’22;
   Υπάρχουν φράσεις που τις έχουμε ξανακούσει. Αρκετές φορές. Φράσεις, όπως: «Ήρθανε και μας πήρανε τις δουλειές, και οι έλληνες ξενιτεύονται για να ζήσουν. Να φύγουν!». Η ιστορία μοιάζει να επαναλαμβάνεται. Επαναλαμβάνεται ακόμη και σήμερα - ειδικά στη Σάμο, το γνωρίζουμε αυτό πολύ καλά. Το φαινόμενο των μεταναστεύσεων και της προσφυγιάς, είναι παγκόσμιο και διαχρονικό. Αλλά είναι ιδιαίτερο. Και σαν ιδιαίτερο, θα πρέπει να σκύψουμε πάνω του με μια ιδιαίτερη ματιά κι ευαισθησία. Θα πρέπει ίσως να βρούμε τη μαγική εκείνη φόρμουλα που, όπως στο εργαστήριο χημείας, δύναται να αναμίξουμε δυο υλικά χωρίς να γίνει έκρηξη. Ίσως, μαθαίνοντας να σεβόμαστε την ιδιαιτερότητα του κάθε λαού, και δείχνοντας αλληλοσεβασμό και αγάπη, θα πετύχουμε κι εμείς τη μαγική φόρμουλα της συνύπαρξης και θα μάθουμε να ζούμε ειρηνικά.

   Τέλος, εστιάζουμε στους Ρωμιούς της Κωνσταντινούπολης. Γνωρίζουμε από κοντά αξιόλογους και φιλόξενους ανθρώπους, όπως η Ρωξάνη Μήτρογλου και ο Λέων Κουμιώτης. Παίρνουμε πληροφορίες για τους γονείς τους, τα παιδιά τους (την Ηρώ- την Έλσα, της οποίας η μοίρα επεφύλασσε αρκετές άσχημες εκπλήξεις- και τον Νέστορα, ο οποίος παντρεύτηκε τη λάθος γυναίκα), καθώς επίσης και για τα εγγόνια τους. Μαθαίνουμε για τη ζωή τους και τα όνειρά τους. Όνειρα που δεν έμελλε να πραγματοποιηθούν… Βρισκόμαστε παρόντες σε γάμους και γέννες. Εντυπωσιαζόμαστε με τη νοικοκυροσύνη τους. Θαυμάζουμε και τη σοφία της κυρά Ρωξάνης, μέσα από διάφορες φράσεις της, διάσπαρτες μες το βιβλίο, που το εμπλουτίζουν με περισσότερη γνώση.
   Ζούμε μαζί τους όμορφες καταστάσεις αλλά και θλιβερές, που όμως είναι το αλατοπίπερο της ζωής, όπως αναφέρουν. Κι αυτό είναι ένα ακόμη στοιχείο που τους χαρακτηρίζει. Η αισιοδοξία και η όρεξη να παλέψουν, όποια αναποδιά κι αν  βρεθεί στο δρόμο τους.
   …Και τους ακούμε να μιλούν με μιαν αγάπη για την Κωνσταντινούπολη, την Πόλη τους, μα μιαν αγάπη, που, τελικά, μαθαίνουμε να αγαπάμε κι εμείς αυτόν τον τόπο.
   Πρόκειται λοιπόν για ένα βιβλίο που, οι ωραίες εικόνες του, οι όμορφες περιγραφές, η πλοκή του, δεν γίνεται να μας αφήσουν ασυγκίνητους. Άλλωστε, ποιος Έλληνας δεν συγκινείται όταν μεταφέρεται, έστω νοερά, στην Κωνσταντινούπολη;
   Με αυτά και πολλά άλλα, όχι μόνο θα ικανοποιήσουμε την περιέργειά μας ως ταξιδευτές, αλλά θα γίνουμε και πιο πλούσιοι, όπως γίνεται ο καθένας στο τέλος ενός ταξιδιού. Κι αυτά είναι που θα αφήσουν και σε μας μια γλύκα στο στόμα, μια ομορφιά στην ψυχή, όταν γυρίσουμε και την τελευταία σελίδα. Θα νιώσουμε χαρά, όπως αναφέρει κι ο Κωνσταντίνος Καβάφης, στο ποίημά του Ιθάκη, ενώ γράφει παρακάτω: «Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.».
Και το βιβλίο «Είμαι Πολίτισσα, τζάνουμ», στην προκειμένη περίπτωση, είναι η  Ιθάκη μας!"""


Η εκδήλωση πλαισιώθηκε από τη χορωδία της Ένωσης Μικρασιατών Σάμου, η βοήθεια της οποίας ήταν ανεκτίμητη για το στήσιμο της εκδήλωσης.









(Όλως τυχαίως, επισκέφτηκα τις γιορτές το κέντρο πολιτισμού «ελληνικός κόσμος», στην οδό Πειραιώς, στην Αθήνα, όπου παρακολούθησα, στο θέατρο Εικονικής Πραγματικότητας «Θόλος»,  μία πλήρη ψηφιακή αναπαράσταση του ναού, με τίτλο «Αγία Σοφία: 1.500 Χρόνια Ιστορίας». Νομίζω πως είναι κάτι που αξίζει να παρακολουθήσουμε όλοι μας κάποια στιγμή.)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου