Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Κάτι τέτοιες μέρες...


Vladimir Dunjic
    Μπαινοβγαίνω σπίτι μου κι αποφεύγω να ρίξω το βλέμμα μου στο δικό σου σπίτι…
    Πηγαίνω στο εξοχικό σου και βλέπω τη γη χορταριασμένη. Θυμάμαι που κόβαμε μαζί χόρτα. Με κοιτούσες και γέλαγες ευχαριστημένη που γεμίσαμε κάμποσες τσάντες.
    Στρέφω το βλέμμα στις λεμονιές και θυμάμαι πόσο περήφανη ήσουν για τη μία, αυτή που έκανε μεγάλα, ζουμερά λεμόνια.
    Δίπλα, οι βερικοκιές έχουν ανθίσει. Τον άλλο μήνα θα φάμε βερίκοκα και θα φτιάξω τη μαρμελάδα που σου άρεσε. Θυμάμαι, σου κρατούσα τη σκάλα κι εσύ ατρόμητη ανέβαινες πάνω κι έκοβες βερίκοκα. Τα πετούσες στη σακούλα που κρατούσα στο ένα χέρι, ενώ με τ’ άλλο σου κρατούσα την ετοιμόρροπη και σμπαραλιασμένη σκάλα. Σε θαύμαζα μερικές φορές σαν κι αυτή.
    Φτιάχνω φαγητά και γλυκίσματα που σου άρεσαν. Τα αγαπημένα σου μπουρέκια. Αλλά δεν μπορώ πια να δω τη χαρά στο πρόσωπό σου, όπως κάθε φορά που σου έδινα. Κάθομαι και τα κοιτάζω, ψημένα, λαχταριστά, αλλά έχει φύγει κι η δική μου χαρά, που τα μοιραζόμουν.
    Θα φτιάξω κατσίκι γεμιστό το Πάσχα και θυμάμαι που τέτοιες μέρες τρώγαμε όλοι μαζί. Φέτος, το τραπέζι θα μοιάζει άδειο…
    Σήμερα καθάρισα τις εξωτερικές μαρμάρινες σκάλες που τόσο κόλλημα είχες φάει μαζί τους. Κατήχηση πώς να τις καθαρίζω, στην αρχή θύμωνα, μετά άκουγα βαριεστημένα, στο τέλος έτρεχα και σε ρωτούσα πώς να τις καθαρίσω καλύτερα. Τις κοιτούσα το μεσημέρι και σκέφτηκα πως αν τις έβλεπες έτσι βρώμικες, θα σηκωνόσουν από κει που είσαι και θα με κατσάδιαζες… Τις έτριψα καλά και λάμψανε και μετά σκέφτηκα να καθαρίσω την αυλή σου.
    …Κι εκεί που σκούπιζα τα ξεραμένα φύλλα κι έριχνα νερό, σκέφτηκα πως δεν έπρεπε να το κάνω εγώ αυτό. Εσύ έπρεπε να το κάνεις! Κι έσπασε το φράγμα των ματιών μου (ναι, αυτό που εγώ η ίδια έχτισα…), και τα δάκρυα ξεχύθηκαν χείμαρρος ασταμάτητος, καταρράκτης ορμητικός. Και πείσμωσα. Κι έτριβα τη σκούπα στα πλακάκια κι έκλαιγα. Έτριβα κι έκλαιγα. Έβρεχα κι έκλαιγα. Ασταμάτητα και με λυγμούς. Και με θυμό… Εσύ έπρεπε να το κάνεις αυτό, σκεφτόμουν, εσύ. Εσύ έπρεπε να είσαι εδώ.
Πώς φεύγουν οι άνθρωποι έτσι ξαφνικά; Πώς;
Και πώς δένεσαι έτσι μαζί τους χωρίς να το καταλάβεις;
Ένα σπίτι που σίγησε ξαφνικά…
Μια σιωπή που γίνεται εκκωφαντική ώρες-ώρες…
Κάτι τέτοιες μέρες που σε θυμάμαι γλυκά…
Λείπεις… κυρά -Ρένα… κυρά μας…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου