Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

Μάρω Βαμβουνάκη – Η δικηγόρος



                                       


   Τη Μάρω Βαμβουνάκη έχω πει κατ’ επανάληψη πόσο την αγαπώ. Σχεδόν δεν έχω αφήσει βιβλίο για βιβλίο της που να μην έχω στη βιβλιοθήκη μου. Αυτό που μου αρέσει είναι οι αλήθειες που γράφει. Αλήθειες της ζωής. Κι αν μου ζητούσαν να πω μόνο μια λέξη γι’ αυτή, η λέξη αλήθεια ίσως να ήταν η ιδανική.
   Από αυτές τις αλήθειες που άλλες φορές επιβεβαιώνουν τις σκέψεις σου, ενώ άλλες φορές σου ανοίγουν τα μάτια, που όσο κι αν αποφεύγεις πολλές φορές να τις κοιτάξεις κατάματα αυτές στέκονται εμπρός σου μέχρι να το πάρεις απόφαση ότι πρέπει επιτέλους να το κάνεις. Κι όταν το καταφέρεις, νιώθεις επιτέλους λεύτερος, λυτρωμένος, σίγουρα πιο σοφός.
   Μπορεί τα βιβλία της να μην έχουν δράση ή κάποιο τρομερό μυστήριο, να μην είναι ιστορίες πρωτάκουστες αλλά βγαλμένες απ’ τη ζωή, όμως είναι τόσο ωραία γραμμένες, ρίχνουν τόσο φως, που σε μαγεύουν αμέσως. Ή, τουλάχιστον, αυτούς που προτιμούν τέτοιου είδους βιβλία.
   Προ ημερών διάβασα το τελευταίο της βιβλίο με τίτλο «Η δικηγόρος». Ένα βιβλίο που περίμενα πώς και πώς να κυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία, αλλά μόλις το παρέλαβα χρειάστηκε με μεγάλη μου θλίψη να το αφήσω για λίγο καιρό στο ράφι, λόγω προτεραιοτήτων. Ενίοτε συμβαίνει κι αυτό, αλλά είναι δεδομένο ότι το μυαλό μας βρίσκεται όλο λαχτάρα στην ώρα που θα αρχίσουμε επιτέλους την ανάγνωσή του.
   Διαβάζοντάς το, σκέφτηκα πως ίσως δεν έχει τη δυναμική των άλλων της βιβλίων (πώς θα μπορούσαν άλλωστε όλα τα βιβλία του ίδιου συγγραφέα να έχουν την ίδια δυναμική!), παρόλα αυτά έχει κι αυτό την ιδιαιτερότητά του κι έτσι νιώθω «γεμάτη» από τα λόγια της. Γι’ αυτό και αποφάσισα να σας μεταφέρω σήμερα ορισμένα από αυτά.
   «Δεν ερμηνεύονται όλα όσα παίζουν μέσα μας στις πιο ακραίες μας δύσκολες περιστάσεις, στις άκρες των γκρεμών της ιστορίας μας, στις πιο έντρομες σελίδες της βιογραφίας μας».
   «Υπάρχει μια υπόγεια επικοινωνία στον κόσμο που συνδέει κρυφά, ιεροκρυφίως είναι μια ωραία λέξη, όσους υποφέρουν τα ίδια μαρτύρια. Τους φέρνει κοντύτερα, μαγνητισμένους, βρίσκει τρόπους να αλληλοβοηθιούνται. Ένα κοινωνικό ένστικτο λειτουργεί που αναζητά εκείνος εκείνον που τρώγεται από τους ίδιους κινδύνους, από τους ίδιους καημούς και τις αδικίες, που μαρτυράει με όμοιο μαρτύριο. Αλληλοαναγνωρίζονται οι πολύ φτωχοί, οι άρρωστοι, οι πενθούντες, οι καταδιωκόμενοι, οι αποδιωγμένοι».
   «Πάντα θα αναρωτιούνται κάποιοι στοχαστές αν είναι η πόλη που επηρεάζει τους ανθρώπους της ή οι άνθρωποι που της δίνουν τα χαρακτηριστικά τους».
   «Διότι οι πόλεις όπου οικτρά πληγώθηκες είναι εκείνες που σφιχτότερα σε αλυσοδένουν (…)».
   «Δεν είμαστε έτοιμοι για τη ζωντάνια, υπάρχουν χαρακτήρες που ποτέ δε θα υπάρξουν έτοιμοι. Πάντα θα επιλέγουν ένα στενό, συγκεκριμένο, προβλέψιμο πλαίσιο να τους προστατεύει, γιατί η ζωντάνια δεν είναι απλή, δεν είναι εύκολη υπόθεση».
   «Και ένα τέτοιο ‘’θέλω΄΄ είναι, χωρίς να το θέλουμε, ό,τι πιο θαυματουργό μας έχει χαριστεί. Γι’ αυτό και σε συντρίβει στο τέλος άμα το απαρνιέσαι».
   «Οι αποφάσεις των σπλάχνων δεν απαιτούν σπουδές,  δε μελετούν βιβλία, είναι επιτακτικές σαν ένστικτο, μονόδρομοι σαν τη ροή του αίματος στις φλέβες, ξεκάθαρες σαν βλέμμα μωρού, ασταμάτητες σαν τον παλμό της καρδιάς».
   «Πάντα παίζουν ρεφρέν και μοτίβα στη ζωή ενός ανθρώπου κι ας μην τα προσέχουμε. (…) Καμιά φορά οι τρίτοι παρατηρούν καλύτερα από μας τους ίδιους εκείνο που στη ζωή μας γίνεται και ξαναγίνεται. Ξαναγίνεται ή ξανακάνουμε; Μας βρίσκει, μας τυχαίνει ή πάμε γυρεύοντάς το;»
   «Μαθαίνεις μονάχα εκείνο που θέλεις να μάθεις και συναντάς τυχαία μόνο εκείνους που αναζητάς να δεις».
   «Είχαν φτάσει στην ωριμότητα, στην άκρη των μαρτυρίων του βίου, από όπου μπορείς να ζεις μόνο, να φέρεσαι απλά, χωρίς πολλά σχόλια γι’ αυτό που ζεις, χωρίς παράπονα, χωρίς επίδειξη, χωρίς μάταιες ενοχές εντέλει. Κρατάς μονάχα τις αμαρτίες σου και στοχάζεσαι τι να τις κάνεις».

-Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός. 

 (Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα)

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2016

Θέμα νοοτροπίας


      
πίνακας: Δημήτρης Κοράκης





   Ας υποθέσουμε πως ο καθένας μας είναι μέλος μιας πολύτεκνης οικογένειας κι ας βάλουμε στο… μικροσκόπιο μια τέτοια οικογένεια. Ας πούμε ότι για παράδειγμα υπάρχουν δέκα παιδιά σε αυτό το σπίτι κι ότι η μητέρα τους ανακοινώνει πως το Σάββατο πρέπει να τη βοηθήσουν με τις δουλειές του σπιτιού, γιατί εκείνη θα λείπει.
   Έρχεται το Σάββατο και τα δέκα παιδιά μαζεύονται στο σαλόνι με σκοπό να ξεκινήσουν το καθάρισμα. Τα δύο παίρνουν σκούπες, σφουγγαρίστρες, ξεσκονόπανα κι αρχίζουν έναν αγώνα δρόμου να καθαρίσουν όλο το σπίτι, όχι τσαπατσούλικες δουλειές, με συνέπεια κι υπευθυνότητα δηλαδή. Αυτά τα δυο παιδιά, κάθε Σάββατο, βοηθάνε έτσι κι αλλιώς.
   Από τα υπόλοιπα οκτώ παιδιά, τα τρία κατευθύνονται στα δωμάτιά τους, με σκοπό όμως να καθαρίσουν μόνο αυτά και τίποτα άλλο. Κι ας χρησιμοποιούν και τα υπόλοιπα δωμάτια του σπιτιού, κι ας τα βάζουν κι εκείνα μες τη μέση.
   Τα υπόλοιπα πέντε παιδιά στρογγυλοκάθονται στον καναπέ, αράζουν, κι ασχολούνται με διάφορα, τηλεόραση, περιοδικά, μπαίνουν στο facebook… Κάθε λίγο, σηκώνουν τα μάτια και κοιτάζουν τα δυο που κάνουν τις δουλειές. Γελώντας τα κοροϊδεύουν, αυτό δεν το καθάρισες καλά ή δεν έπρεπε να το καθαρίσεις έτσι, ή δεν έπρεπε καθόλου…
   Αν εσείς ανήκετε στην κατηγορία των τριών, κοιτάτε μόνο τον εαυτό σας κι οι υπόλοιποι να πάνε να πνιγούν. Αν ανήκετε στην κατηγορία των πέντε (ζείτε εις βάρος των άλλων), σας ενδιαφέρει μόνο να κρίνετε τους άλλους. Ποιος αρέσκεται στο να κρίνει συνεχώς τους άλλους; Αυτός που δεν κάνει τίποτα. Και ποιος είναι αυτός που δεν κάνει λάθη στη ζωή; Πάλι αυτός που δεν κάνει τίποτα. Τα λάθη είναι για να μαθαίνουμε κι όταν κάποιος μένει άπρακτος, μεταξύ άλλων, είτε φοβάται να μην κριθεί για τα λάθη του, ή… νομίζει πως είναι αλάθητος (να γελάσω τώρα ή μετά;). Σκάσε ή δράσε, διάβασα κάπου.
   Υποθετικά μιλώντας πάλι, η μητέρα επιστρέφει κι επιβραβεύει όλα τα παιδιά. Ή, δεν τα επιβραβεύει καθόλου. Θα μου πείτε πως δεν χρειάζονται επιβραβεύσεις, ότι το κάνουν επειδή το θέλουν/το πιστεύουν/ το αισθάνονται, κι εν μέρει θα έχετε δίκιο. Από την άλλη όμως, θυμηθείτε το παράδειγμα του ψυχολόγου με το ποτήρι. Όσο πιο πολύ ώρα το κρατάς, τόσο κουράζεσαι. Κι ας ζυγίζει μόνο λίγα γραμμάρια. Ισχύει για τα προβλήματα αλλά και για τα βάρη που σηκώνουμε, είτε τα επιλέγουμε –ακόμα και στα πλαίσια του εθελοντισμού/αλληλεγγύης–, είτε όχι. Μια επιβράβευση λοιπόν είναι σαν το αόρατο χέρι που θα σηκώσει για λίγο το ποτήρι και θα μας ξεκουράσει. Είναι δικαίωση. Δημιουργεί σωστά πρότυπα.
   Θυμάμαι, λίγες μέρες αφότου χάσαμε ξαφνικά μια αγαπητή ενεργή συμπολίτισσα, αποφασίσαμε να την τιμήσουμε με κάποιον τρόπο. Επιλέχθηκε η πρότασή μου. Σκεφτόμουν όμως ότι είναι άδικο, ένας άνθρωπος που αγωνίζεται στη ζωή του για να προσφέρει στην κοινωνία, να τιμάται και να επιβραβεύεται μετά θάνατον (αν είναι τυχερός…).
   Δυστυχώς, ζούμε σε μια κοινωνία άδικη. Αυτή η πολύτεκνη οικογένεια είναι μια μικρογραφία του νησιού μας, μια μικρογραφία της χώρας, του κόσμου όλου. Όπου θα υπάρχουν οι λίγοι να βγάζουν ασπροπρόσωπους τους πολλούς – όχι εκείνους που δεν μπορούνε, αλλά εκείνους που δεν θέλουν. Όπου θα υπάρχουν οι πολλοί να ζούνε εις βάρος των υπολοίπων, να κοιτάνε μόνο τον εαυτό τους, να κρίνουν, να κοροϊδεύουν τους άλλους για οτιδήποτε, να κατηγορούν, να είναι υποκριτές και δόλιοι, να γκρινιάζουν για τα πάντα…
   Και κάπως έτσι, αποθαρρύνουμε κι αυτούς που προσπαθούν ή σκέφτονται να προσπαθήσουν- ξέρω αρκετές περιπτώσεις ανθρώπων που αποσύρονται απογοητευμένοι.
   Όμως, έχουμε χρέος απέναντι στον εαυτό μας, στην κοινωνία μας, στο περιβάλλον που ζούμε. Έχουμε χρέος να είμαστε άνθρωποι και να προσπαθούμε πάντα για το καλό και το καλύτερο. Γιατί το καλό νικά. Γιατί μόνο με αυτό υπάρχει ζωή, ποιοτική ζωή. Και για να κάνουμε το χρέος μας, για να δούμε προκοπή, πρέπει να αρχίσουμε πρώτα να αλλάζουμε νοοτροπία.

(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα)

Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Για όλα αυτά



                                               

   
 Τον τελευταίο καιρό, είχαμε επιδοθεί (εγώ με την ομάδα μου Friendly Humans Samos) σε έναν αγώνα δρόμου. Κάθε πρωί τρέχαμε στο hot spot να μοιράσουμε τα πρωινά και μετά γρήγορα πηγαίναμε στο λιμάνι να ταΐσουμε και τους υπόλοιπους πρόσφυγες που είχαν απομείνει εκεί.
   Η αλήθεια είναι πως αυτό το καθημερινό πηγαινέλα, επτά ημέρες την εβδομάδα, συν απογεύματα προετοιμασίας, αμέτρητες ώρες συνολικά, είχε αρχίσει να με κουράζει, όσο κι αν νιώθω ικανοποίηση για την βοήθεια που προσφέρω, μια βοήθεια με ορατά αποτελέσματα. Γι' αυτό και περίμενα ανυπόμονα "την κρατική μηχανή να πάρει μπροστά", ώστε να μπορώ να αφιερώσω περισσότερο χρόνο στην οικογένειά μου και στις ανάγκες μου.
   Όμως, όταν έφτασε η στιγμή που μου ανακοίνωσαν πως οι επόμενες δυο μέρες (16-17/3) θα ήταν οι τελευταίες που θα πηγαίναμε στο hot spot (λόγω έλλειψης χρημάτων), κι ότι θα αρκεστούμε να μοιράζουμε πρωινά μόνο στους 100 περίπου πρόσφυγες του λιμανιού, με έπιασε μια θλίψη που δεν περίμενα.
   Το τελευταίο πρωινό, κοιτούσα τους πρόσφυγες/μετανάστες και το χώρο που βρισκόμασταν, κάπως διαφορετικά, με μία τάση αποχαιρετισμού, ήθελα αλλά δεν ήθελα κιόλας. Άρχισα να αναρωτιέμαι, θα τους ταΐζουν σίγουρα; Θα τους ντύνουν; Πώς θα είναι τα πράγματα από δω και πέρα; Τι τους επιφυλάσσει το μέλλον; Προσπάθησα να μπω για λίγο στη θέση τους και ψυχοπλακώθηκα...
   Ανάμεσά τους κι ένας νεαρός άνδρας, αυτός που μας βοηθάει σχεδόν κάθε πρωί, μαζεύοντας τα σκουπίδια (κουτιά από γάλα, πλαστικά ποτήρια κλπ). Ξαφνικά συνειδητοποίησα πως δεν τον ρώτησα ποτέ το όνομά του. Σίγουρα το έχω ακούσει, αλλά δεν το συγκράτησα, δεν το θυμάμαι. Κι αμέσως αισθάνθηκα πολύ άσχημα. Βδομάδες τώρα μας βοηθά, αλλά μέσα στον πανικό των χιλίων ατόμων πώς να μιλήσεις με κανέναν, πού να βρεις χρόνο. Κι όμως, δεν θα έπρεπε;, μάλωσα τον εαυτό μου. Αν μη τι άλλο, είναι μέσα στους κανόνες ευγένειας.
   Του είπαμε πως δεν χρειαζόμασταν βοήθεια σήμερα. Στενοχωρήθηκε, φάνηκε στο πρόσωπό του. Του έδωσα ένα μπουφάν που χρειαζόταν και λίγο κέικ που του είχα φέρει. Πότε -πότε του πηγαίναμε κατιτίς, άλλες φορές του αφήναμε μερικά τσιγάρα, έτσι, για να τον ευχαριστήσουμε για τη βοήθειά του. Μια βοήθεια που μόνος του προσφέρθηκε να δώσει. Μόνος του μας πλησίασε και μας ζήτησε να βοηθήσει. Και μάλιστα στην πιο βρώμικη δουλειά, όπως είναι τα σκουπίδια. Και το έκανε με πραγματικά μεγάλο ζήλο. Κάθε πρωί μας περίμενε, λες και τον είχανε προσλάβει σε μια καλή δουλειά. Είναι μερικοί άνθρωποι που ξεχωρίζουν από τους άλλους. Ακόμα και μέσα σε τόσο πολύ κόσμο, κάποιοι ξεχωρίζουν. Κάτι θα κάνουν, κάτι θα πουν, κάπως θα σε κοιτάξουν. Και θα το ξέρεις.
   Κάποια στιγμή, μετά από ώρα που μοιράζαμε πρωινά, σήκωσα το κεφάλι μου να δω: τελειώνουμε ή όχι ακόμα; Κοίταξα τριγύρω κι ανάμεσα στον υπόλοιπο κόσμο τον είδα σκυμμένο, φορώντας γάντια, να μαζεύει σε μια σακούλα τα ποτήρια που πέταξαν κάτω μερικοί νεαροί πρόσφυγες. Πήρε μόνος του την πρωτοβουλία να το κάνει για να μας ευχαριστήσει, να μας βοηθήσει, κι ας του είπαμε εμείς πως δεν χρειάζεται.
   Έχουμε στην ομάδα μας μία ηλικιωμένη ξένη κυρία με άσπρα μαλλιά. Συνήθειά της να καθαρίζει τον χώρο με ένα μπαστούνι, που στην άκρη έχει γάντζο για να πιάνει τα σκουπίδια. Την ώρα του αποχαιρετισμού, εκείνος την αγκάλιασε και της είπε «I love you γιαγιά». Έτσι την αποκαλούσε, γιαγιά. Κι εκείνη, τον φίλησε τρις…
   Είναι κάποιοι άνθρωποι που πράγματι ξεχωρίζουν. Στους τόσους μήνες που ασχολούμαι με το προσφυγικό, ξεχώρισαν αρκετοί. Έχουν φύγει πια, όπως θα φύγει κι αυτός που δεν ξέρω τ’ όνομά του. Φεύγουν, κι εμείς αναρωτιόμαστε: πού να είναι τώρα, είναι καλά, φτάσανε στον προορισμό τους; Αγωνιούμε, σαν να είναι δικοί μας άνθρωποι. Είναι δικοί μας άνθρωποι… Κι όλη αυτή η κατάσταση, όταν θα τελειώσει, ευχόμαστε σύντομα, είναι σίγουρο πως θα αφήσει πληγές. Και στους πρόσφυγες/μετανάστες, αλλά και σ' εμάς. Για όλα αυτά που έχουμε δει και που έχουμε νιώσει…

 (Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα)