Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

Ματωμένο γαλάζιο


         


J. W. Waterhouse, Μιράντα. 1875
  
 Το πρώτο πράγμα που κάνει κάθε πρωί, είναι να τραβήξει την κουρτίνα του υπνοδωματίου και ν’ αγναντέψει τη θάλασσα. Στέκεται για λίγο μπροστά στην μπαλκονόπορτα και χάνεται στο μπλε χρώμα που απλώνεται μπροστά της. Άλλοτε τρικυμισμένο, θυμωμένο θαρρείς, να επιτίθεται με αφρούς στα χείλη κι άλλοτε γαληνεμένο, σχεδόν γαλάζιο, καθάριο σαν το βλέμμα ενός αγαπημένου προσώπου.
   Μα όποια διάθεση κι αν έχει η θάλασσα, τη μαγνητίζει. Την ηρεμεί, την ταξιδεύει, την αναζωογονεί. Μερικές φορές σκέφτεται πως δε θα μπορούσε να ζήσει ποτέ μακριά της.
   Το πρώτο πράγμα που έκανε και σήμερα, ήταν να την καλημερίσει. Και για δες! Μια θάλασσα να την πιεις στο ποτήρι! Γαλήνια σαν να κοιμάται, γαλάζια και όμορφη. Τόσο όμορφη, που θα ήθελες να της ανήκεις, να είσαι πλάσμα του δικού της υπέροχου κόσμου.
   Έφτιαξε στα γρήγορα ένα καφέ και βγήκε στο μπαλκόνι να τον απολαύσει. Κάθισε στην καρέκλα της αναπαυτικά. Ηλιόλουστη μέρα, ήρεμη θάλασσα, ησυχία. Ό,τι πρέπει για να της γαληνέψουν την ψυχή. Μπορεί να θέλει κανείς κάτι παραπάνω από τη ζωή του; Χαμογέλασε ευτυχισμένη, για λίγο όμως. Η αλήθεια είναι ότι θα ήθελε κάτι παραπάνω.
   Τον τελευταίο καιρό, πάνω στο τραπεζάκι, υπήρχαν μόνιμα ακουμπισμένα ένα ζευγάρι κιάλια. Ήπιε μια γουλιά απ’ τον καφέ κι άρχισε να κοιτά τη θάλασσα, πρώτα διά γυμνών οφθαλμών κι ύστερα με τα κιάλια. Για άλλη μια μέρα, ήταν γεμάτη με τα σωσίβια των μεταναστών που έφταναν στο νησί καθημερινά. Επέπλεαν διάσπαρτα εδώ κι εκεί, κι από μακριά δεν ξεχώριζε κανείς τι είναι, μόνο από κοντινή απόσταση διακρινόταν το πορτοκαλί τους χρώμα.
   Συνήθως τα βγάζουνε μόλις πιάσουν ακτή, αλλά είναι κι αυτές οι αναθεματισμένες περιπτώσεις που οι βάρκες τους ανατρέπονται κι οι μετανάστες χρειάζεται να κολυμπήσουν για να σωθούν. Άλλοι τα καταφέρνουν κι άλλοι όχι… Αυτήν την τελευταία περίπτωση φοβόταν κι εκείνη. Ένας φόβος που της είχε γίνει εμμονή τον τελευταίο καιρό.
   Άρχισε να εστιάζει σε κάθε ένα ξεχωριστά με μεγάλη επιμονή, προσπαθώντας να καταλάβει αν ήταν άδειο ή όχι. Καμιά φορά η θάλασσα παρέσερνε και μαύρες σακούλες ή άλλα αντικείμενα και τότε ο φόβος της γινόταν μεγαλύτερος. Έπρεπε οπωσδήποτε να σιγουρευτεί πως δεν επρόκειτο για άνθρωπο.
   Ήπιε άλλη μια γουλιά καφέ και χαμογέλασε, καθώς θυμήθηκε πως πριν λίγο καιρό είχε δει ένα δελφίνι. Ένα δελφίνι που είχε έρθει στο λιμάνι κι είχε εγκατασταθεί για αρκετό καιρό, κάνοντας την εμφάνισή του πότε εδώ και πότε κει, άλλοτε κάνοντας βουτιές κι άλλοτε βγάζοντας απλώς το κεφάλι έξω απ’ το νερό, προκαλώντας το θαυμασμό όσων το αντιλαμβάνονταν.
   Τι περίεργη που είναι η ζωή!, σκέφτηκε. Τη μια να ψάχνεις με λαχτάρα για δελφίνια και την άλλη με φόβο για άψυχα σώματα… Τη μια να λατρεύεις τη θάλασσα και την άλλη να νιώθεις πως, ξαφνικά, τη μισείς…
   Άλλο ένα ναυάγιο κατά τη χθεσινή μέρα, ανακοίνωσαν στις ειδήσεις. Κι εκείνης ακόμα δεν μπορούν να της βγουν απ’ το μυαλό οι εικόνες που είδε προ ημερών στην τηλεόραση, και που κατέκλυσαν και το διαδίκτυο, με τα άψυχα κορμιά τόσων ανθρώπων. Μεταξύ τους και πολλών παιδιών. Αχ, αυτά τα παιδιά! Το νήμα της ζωής τους κόπηκε, πριν προλάβει να ξεδιπλωθεί… Τα παιδιά, που τα αποκαλούνε «το μέλλον», τα παιδιά που θα μπορούσαν να είναι δικά μας…
   Νεκροταφείο ψυχών. Έτσι την αποκάλεσε ο εκφωνητής την αγαπημένη της. Τη θάλασσά της. Νεκροταφείο ψυχών… Κι αυτό χαράχτηκε στη μνήμη της εξίσου επίπονα, κι ώρες – ώρες πια έχει την εντύπωση πως δε θα την ξαναδεί με την ίδια ματιά. Κι ας μην φταίει αυτή, ας μην είναι της θάλασσας λάθος που κάποιοι μπαίνουν σε σκάρτες βάρκες διακινδυνεύοντας τη ζωή τους για τη ζωή, ας μην είναι δικό της λάθος που κάποιοι απάνθρωποι θυσιάζουν αθώων ζωές για το χρήμα.

 (Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου