Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

Εσύ αντέχεις



                                       
Η κραυγή – Edvard Munch
    
Σου λένε «κάνε το
εσύ είσαι δυνατός
εσύ αντέχεις».
Κολακεύεσαι
με την εμπιστοσύνη
την εκτίμηση
τη φιλοφρόνηση.
Νιώθεις «ο διαλεχτός».
Βάζεις τα δυνατά σου.
Τα καταφέρνεις.
Για αρκετό καιρό
τα καταφέρνεις.
Σου λένε «κάνε το
εσύ αντέχεις».
Βάζεις τα δυνατά σου.
Τούτη τη φορά
κοπιάζεις.
«Κάνε το
εσύ αντέχεις».
Δυσφορείς, λυγάς
γονατίζεις
πονάς.
Ξανασηκώνεσαι.
«Κάνε το
εσύ αντέχεις».
Ξεφυσάς, ιδρώνεις
το παλεύεις.
Το ζυγίζεις.
Το συγκρίνεις.
«Κάνε το
εσύ αντέχεις».
Επανάληψη κουραστική.
Μεταβίβαση ευθυνών
σε ώμους τσαλακωμένους
από τα βάρη αυτών
που «δεν έκαναν»
για τους δικούς τους λόγους…
Θηλιά στο λαιμό οι ταμπέλες
έμπιστος
υπεύθυνος
και δε συμμαζεύεται.
Θηλιά στο λαιμό
και σε πνίγει…
«Κάνε το
εσύ αντέχεις».
Αλλά εσύ ΔΕΝ αντέχεις.
Όχι πια.
Είσαι απλά
ένας άνθρωπος.
Το φωνάζεις
αλλά δεν ακούει κανείς.
Άργησες να αντιδράσεις.
Έγινες δεδομένος.
«Κάνε το
εσύ αντέχεις».
Κι ας μην.
Μαζεύεσαι
μήπως προλάβεις
και σώσεις κάτι
απ’ τον εαυτό σου.
Παζλ τα κομμάτια σου.
Ορθώνεις ανάστημα
κι εκεί
στο χείλος του γκρεμού
πριν σε καταπιεί
φωνάζεις «φτάνει!».
Κι ο αντίλαλος
βαλτός κι αυτός
σε κοροϊδεύει
«Εσύ αντέχεις»…

(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα)

Θυμάσαι…


                      
Jan Vermeer, Η γαλατού. 1658-1661. Rijksmuseum. Άμστερνταμ

   Η αλήθεια είναι πως όσο είμαστε νέοι, κοιτάμε να περνάμε καλά, να διασκεδάζουμε, να βγαίνουμε όσο γίνεται περισσότερο από το σπίτι για βόλτες ή να συναντάμε φίλους, να κάνουμε ταξίδια γνωρίζοντας καινούρια μέρη, να μην αφήνουμε κανένα καινούριο μαγαζί που δεν έχουμε πάει. Καμία έννοια για το σπίτι, τουλάχιστον όχι όπως την εννοούσαν οι πιο παλιοί.
   Μεγαλώνοντας όμως, και μεγαλώνοντας τα παιδιά μας ως γονείς, σιγά-σιγά, μας έρχονται διάφορα στο μυαλό, μνήμες ξεχασμένες που δεν πιστεύαμε ποτέ ότι θα τους δίναμε τόση σημασία. Εικόνες όπως τα όμορφα μπισκότα της γιαγιάς, με τα διάφορα σχήματα, που όταν τα έβαζες στο στόμα λιώνανε, γεμίζοντάς σε με μια μοναδική γλύκα. Τον παραδοσιακό χαλβά, της γιαγιάς πάλι, που τον έφτιαχνε τις γιορτές και τον σερβίριζε πάντα στην ίδια ροζ, διάφανη και περίτεχνη πιατέλα. Την περίφημη τοπική γιορτή, που παρόλο που η γεύση της δεν ήταν ακριβώς ίδια με αυτή των καζανιών, είχε παρόλα αυτά φτιαχτεί με μπόλικη αγάπη. Τον τραχανά, που σε έβαζε να τον φυλάς στην ταράτσα της πολυκατοικίας για ώρες κάτι Αυγουστιάτικα μεσημέρια, ενώ από κάτω (εφτά ορόφους κάτω) οι φίλοι φώναζαν «Έλα, κατέβα να πάμε για μπάνιο!», κι εσύ τότε ένιωθες τόσο χαζή που θα χάσεις το μπάνιο, αλλά που τώρα νιώθεις περήφανη που πήρες τη σωστή απόφαση γιατί πραγματικά το στέγνωμα του τραχανά ήταν πιο σημαντικό. Τα πανέμορφα ψημένα ψάρια με το λαδολέμονο, χτυπημένο με μουστάρδα, και φρεσκοψιλοκομμένο μαϊντανό, που μόνο ο παππούς πετύχαινε τόσο τέλεια, και που τόσα χρόνια τώρα δεν έχεις ξαναφάει τόσο νόστιμα –ίσως γιατί ακριβώς τα ψάρευε ο παππούς. Τις πιο τέλειες γεμιστές μελιτζάνες που έφαγες ποτέ, από τα χεράκια της γιαγιάς.
   Τα θεσπέσια μπουρέκια της άλλης γιαγιάς, που σου ερχόταν να πέσεις μέσα στο ταψί κι εσύ η ίδια.
   Τις ομορφότερες τηγανίτες, της μαμάς. Το γεμιστό κατσίκι του Πάσχα που γινόταν ανάρπαστο και δεν έμενε ούτε κοκαλάκι. Θυμάσαι τη μαμά να κάνει τις δουλειές του σπιτιού με τέτοια ταχύτητα και τόσο αποτελεσματικά, που νόμιζες πως πέρασε σίφουνας από το σπίτι.
   Θυμάσαι ακόμα και τον μπαμπά, που έκανε του κόσμου τις δουλειές. Πραγματικά, δεν υπήρχε κάτι που να μην μπορεί να κάνει! Τον θυμάσαι με κατσαβίδια κι άλλα εργαλεία να φτιάχνει το ψυγείο, την τηλεόραση, το πλυντήριο, την κουζίνα, το θερμοσίφωνα, το αυτοκίνητο, να αλλάζει λάμπες, να βάφει το σπίτι και χίλια δυο άλλα. Τον θυμάσαι ακόμα να σου λέει ότι φτιάχνεις την καλύτερη σαλάτα, μόνο και μόνο για να σου ανεβάσει την αυτοπεποίθηση. Και να τα καταφέρνει.
   Θυμάσαι, λοιπόν, ένα σωρό πράγματα όταν μεγαλώνεις τα παιδιά σου. Αντιλαμβάνεσαι πως χωρίς να το καταλάβεις, οι άνθρωποι που υπήρξαν στη ζωή σου, έχουν γίνει τα πρότυπά σου. Σου έχουν προσφέρει τόσο όμορφα πράγματα, τόσο όμορφες στιγμές, σε έχουν κάνει να νιώσεις τόσο όμορφα, που θες οπωσδήποτε να τα μεταδώσεις και στο δικό σου παιδί. Θες επίσης να τα ξαναζήσεις, να νιώσεις λιγουλάκι όπως τότε. Τέλος, θες να κερδίσεις ένα στοίχημα με τον εαυτό σου: μπορείς κι εσύ! Μπορείς κι εσύ να τα καταφέρεις όλα αυτά, μπορείς κι εσύ να χαρίσεις ό,τι σου χάρισαν εσένα.
   Βρίσκεσαι λοιπόν στο σπίτι σου και το παλεύεις, ακολουθώντας τα χνάρια τους. Χαρχαλεύεις χαλασμένα πράγματα αλλά και μεγαλουργείς στην κουζίνα. Έτσι, στα γενέθλια, εκτός των άλλων, θα φτιάξεις και τα πανέμορφα μπισκότα της γιαγιάς. Σε γιορτές κι όχι μόνο, τον χαλβά-στην ίδια πιατέλα παρακαλώ. Το Πάσχα το κατσίκι, και θα βάλεις τα δυνατά σου να μοσχομυρίσει το σπίτι όπως τότε. Τηγανίτες τόσο συχνά, που τελικά θα μοιάζουν με της μαμάς σου. Σε ένα ράφι θα βάλεις τις δικές σου χειροποίητες μαρμελάδες, τα γλυκά του κουταλιού, τη φρέσκια σάλτσα ντομάτας.
   Και κάθε Σεπτέμβρη θα βρίσκεσαι, όπως τώρα, πάνω από την κατσαρόλα, ανακατεύοντας το μούστο για τη μουσταλευριά.

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα)

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

Σαν σκιές ανάμεσά μας


(πίνακας: Λούσιαν Φρόιντ)


  Κοιτάζω το σπασμένο μου ρολόι. Η ώρα δεν περνάει με τίποτα. Ειδικά όταν δεν έχω να γεμίσω με κάτι το χρόνο μου. Ακόμα και να το θέλω, νιώθω τόσο παραπεταμένος – και είμαι –, που δεν μπορώ να βρω και πολλά για να ασχοληθώ.
   Το σπασμένο μου ρολόι… Ώρες – ώρες νιώθω ευτυχισμένος που μου έμεινε έστω κι αυτό, έστω και σπασμένο. Άλλες φορές, όμως, νιώθω δυστυχής, γιατί μου θυμίζει πράγματα που πολύ θα ήθελα να ξεχάσω.       Κάποτε το συμβουλευόμουν για να είμαι συνεπής στη δουλειά μου αλλά και στις υπόλοιπες υποχρεώσεις μου. Το κοιτούσα και το ξανακοιτούσα, μην αργήσω ούτε λεπτό. Τώρα, να πάω πού;…
   Αχ… αυτός ο χρόνος… ανελέητος… Τραβάω το μανίκι του πουκαμίσου και το σκεπάζω, να μην το βλέπω. Ίσως να ήταν καλύτερα να μην το έχω πια. Μετά το μετανιώνω. Αυτό το κακόμοιρο τι φταίει; Κι άλλωστε, την κάνει ακόμα τη δουλειά του. Για κάτι είναι χρήσιμο. Σάμπως μου φταίει κι ο χρόνος; Για όσα συμβαίνουν στη ζωή των ανθρώπων δε φταίει ο χρόνος, συνήθως οι άνθρωποι φταίνε, οι ίδιοι ή άλλοι…
   Σηκώνομαι και κάνω μια γύρα στην παράγκα μου, να ξεμουδιάσω τα γέρικα πόδια μου. Πάλι καλά που βρέθηκε κι αυτή γιατί θα κοιμόμουν ακόμα στα παγκάκια. Θυμάμαι τη χαρά μου όταν την πρωτοείδα, κρυμμένη μέσα σε μπετό ενός παλιού, μικρού εργοταξίου. Μέχρι να βεβαιωθώ πως δεν είχε ιδιοκτήτη, μου είχε κοπεί η ανάσα. Δόξα σοι ο Θεός, όμως, το έκανε το θαύμα του.
   Από τότε, την έχω εξοπλίσει με ό,τι μπόρεσα να βρω στα σκουπίδια. Ένα βαθουλωμένο ράντσο, ένα μικρό τραπεζάκι και μια καρέκλα. Ήταν σπασμένη, πολύχρονη και καμπουριασμένη σαν και του λόγου μου, έζησε φαίνεται κι αυτή αρκετά στη ζωή της, αλλά κατάφερα και της έδωσα λίγη ζωή ακόμα, μια παράταση χρόνου, πριν σβήσει κι αυτή μαζί με μένα.
   Να ‘ναι καλά κι οι γείτονες, που μου έδωσαν δυο κουβέρτες να σκεπάζω το κρύο μου, ένα γκαζάκι και μια μικρή κατσαρόλα. Τελικά, την ανθρωπιά την βρίσκεις πάντα εκεί που δεν το περιμένεις. Σπάνια σε δικούς σου, συχνότερα σε ξένους…
   Οι σκέψεις μου πέτυχαν ευαίσθητη χορδή. Να πάρει η ευχή, πάλι με έπιασαν οι συγκινήσεις μου. Σκουπίζω τα δάκρυά μου. Πάει, ξεμωράθηκα, τώρα στα γεράματα.
   Ό,τι έχω και δεν έχω στη ζωή, λοιπόν. Αυτή είναι η περιουσία μου. Η μοναδική. Ποτέ δε θα πίστευα πως αρκούν αυτά τα λίγα για να ζήσει ένας άνθρωπος. Κι όμως… Απλά και λίγα αυτά που χρειάζεται κανείς. Αλλά το καταλαβαίνουμε μόνο σαν έρθει η ανάγκη.
   Τα πρωινά κοιτάζω απ’ το παράθυρο τον κόσμο που πάει στις δουλειές του. Κάποτε είχα κι εγώ. Καλοπληρωμένη. Ήμουν πολύ περήφανος γι’ αυτή, περήφανος για τον εαυτό μου. Τους κοιτάζω λοιπόν και τους ζηλεύω. Ποτέ δεν ξέρεις τι σου επιφυλάσσει το αύριο. Εκεί που πας στη δουλειά σου ανύποπτος, εκεί μπορεί να ακούσεις κι ένα «απολύεσαι», ικανό να γκρεμίσει τον κόσμο σου όλο. Να το περίμενες, τουλάχιστον, να ήσουν προετοιμασμένος… Αλλά και πώς να προετοιμαστείς για τέτοιες δυστυχίες;…
   Τους κοιτάζω και τους μετρώ, κάθε μέρα, με φόβο, λες και κάποια μέρα θα τους βρω λιγότερους…
   Το ρολόι δείχνει μία και μισή. Επιτέλους. Ετοιμάζομαι για τον προορισμό μου, όπως κάθε Τρίτη τέτοια ώρα. Είναι η μέρα που εδώ πιο κάτω έχει λαϊκή. Και είναι η ώρα που οι πωλητές μαζεύουν σιγά – σιγά την πραμάτεια τους για να φύγουν. Όμως, κάθε φορά, αφήνουν το κατιτίς τους στο πεζοδρόμιο, σε μιαν άκρη, συνήθως σε κούτες, για μας τα δυστυχισμένα πλάσματα του Θεού. Καροτάκια, πατατούλες, κάνα κρεμμυδάκι κι ό,τι άλλο έχει ευχαρίστηση ο καθένας.
   Γίνονται ανάρπαστα…
   Ανοίγω το βήμα μου να προλάβω. Δεν είμαι ο μόνος που πεινάω σε αυτήν την πόλη…

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα)

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

Πιστεύοντας στον εαυτό της


                                Άβλιχος Γεώργιος-Κοπέλα στο Παράθυρο, 1877

  Δυνατά γέλια ακούστηκαν από την πλευρά του προαυλίου. Όσοι καθηγητές δεν είχαν μάθημα εκείνη την ώρα, έσκυψαν απ’ τα παράθυρα να δουν τι συμβαίνει. Πάλι πείραζαν τη Δώρα. Η τάξη της είχε γυμναστική και φαίνεται πως ο γυμναστής τους έβαλε κάποια άσκηση που εκείνη δεν μπορούσε να εκτελέσει. Όπως συνέβαινε κάθε φορά που αποτύγχανε σε μια δοκιμασία, έγινε στόχος και περίγελος της υπόλοιπης τάξης. Οι καθηγητές συνέχισαν τη δουλειά τους, η Δώρα έσκυψε το κεφάλι ντροπιασμένη και οι συμμαθητές της ασχολήθηκαν λίγο ακόμη μαζί της πριν συνεχίσουν στα παραγγέλματα του γυμναστή.
    Η Δώρα ήταν μία δεκατετράχρονη κοπελίτσα που ζούσε σε μια μικρή πόλη, τόσο μικρή που ο ένας γνώριζε τον άλλον. Ήταν παχουλούτσικη, κάποιοι θα την έλεγαν και στρουμπουλή, κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να γίνεται συχνά στόχος για πειράγματα. Ακριβώς όπως γινόταν στόχος όποιο παιδί διέφερε λίγο από τα άλλα.
   Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, η κοπελίτσα ζούσε περιορισμένη στην ασφάλεια του σπιτιού της, μακριά από βλέμματα, ψιθύρους και γέλια ανάρμοστων ανθρώπων. Πότε – πότε μόνο, έκανε παρέα με ένα άλλο κορίτσι, συνομήλικό της, τη Ροδάνθη. Όχι επειδή ταιριάζανε απόλυτα, αλλά επειδή κάποιες στιγμές ένιωθε τη μοναξιά της να γίνεται αβάσταχτη. Με τη Ροδάνθη βλέπανε μαζί ταινίες, ντοκιμαντέρ κι ό,τι άλλο μπορεί να έπαιζε στην τηλεόραση τις απογευματινές ώρες.
   Ένα απόγευμα, στην τηλεόραση προβάλλανε το πρόγραμμα από κάποια επίδειξη μόδας. Η Δώρα κι η Ροδάνθη είχανε καρφώσει τα μάτια τους πάνω στα μοντέλα και δεν τα ξεκολλούσαν από πάνω τους για κανένα λόγο. Πέρα δώθε στην πασαρέλα με διαφορετικά ρούχα κάθε φορά, τα μοντέλα ήταν εκθαμβωτικά. Μετά το τέλος της επίδειξης, η Δώρα είπε στη φίλη της αποφασιστικά: «Εγώ, μια μέρα, θα γίνω μανεκέν!». Η Ροδάνθη έβαλε τα γέλια, κι όχι μόνο αυτό αλλά την άλλη μέρα το διέδωσε παντού. Κι όταν λέμε παντού, εννοούμε παντού.
   Τα πειράγματα δίνανε και παίρνανε, ασταμάτητα και βασανιστικά. «Μανεκέν η βαρέλα, το αργοκίνητο καράβι», κι άλλα τέτοια που θα κάνανε τον καθένα να λουφάξει στη γωνιά του κλαίγοντας.   
   Όμως η Δώρα, για πρώτη φορά στη ζωή της, δεν έδωσε καμία σημασία. Το είχε πάρει πραγματικά απόφαση. Ξεκίνησε εντατική γυμναστική, άρχισε αυστηρή δίαιτα και γενικά έκανε ό,τι μπορούσε για να φτιάξει το τέλειο σώμα. Επιπλέον, στο σπίτι της, κυκλοφορούσε μονίμως με ένα χοντρό βιβλίο στο κεφάλι, ώστε να μάθει να περπατάει σωστά και στητά.
   Όσο τα έβλεπαν αυτά οι συμμαθητές της, τόσο την περιγελούσαν, την ειρωνεύονταν και την στοχοποιούσαν ακόμα περισσότερο. Με τέτοιο πάθος μάλιστα, που άργησαν πολύ να διαπιστώσουν πως κάποια στιγμή η Δώρα είχε πράγματι αδυνατίσει – για την ακρίβεια, είχε μεταμορφωθεί όπως στο παραμύθι, κι από ασχημόπαπο είχε γίνει ένας πανέμορφος κύκνος.
   Ξεγελάστηκαν, γιατί κόλλησαν στην αρχική εξωτερική της εμφάνιση και δεν έδωσαν καμία σημασία στις επιθυμίες της, στους στόχους της, στη θέλησή της (κανένας στόχος δεν επιτυγχάνεται από μόνος του, ουρανοκατέβατος), και σε τελική ανάλυση στο ποια ήταν η Δώρα πραγματικά. Όχι εξωτερικά, αλλά εσωτερικά.
   Από την άλλη, παρά την αποτρεπτική τους στάση, στάση που θα έκανε πολλούς να δειλιάσουν και να μην τολμήσουν, η Δώρα ήξερε πια βαθιά μέσα της πως όταν κάποιος θέλει κάτι πολύ, αξίζει -αλλά και δικαιούται- να το προσπαθήσει. Κι αυτό έκανε.
   Ευτυχώς, γιατί η Δώρα έγινε ένα από τα πιο διάσημα και ακριβοπληρωμένα μοντέλα του κόσμου όλου.

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα)