Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Παρουσίαση βιβλίου "Είμαι Πολίτισσα τζάνουμ!" - Θοδωρής Δεύτος, 18/3/2017



                 


  """Ξεκινώντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω την Μαίρη Καλατζή και το βιβλιοπωλείο kosmos για την πρόταση να προλογίσω αυτό το βιβλίο, να καλωσορίσω  με τη σειρά μου τον συγγραφέα, Θοδωρή Δεύτο, και τέλος, να ευχαριστήσω και να καλωσορίσω κι όλους εσάς που μας τιμάτε σήμερα με την παρουσία σας.
Θα ξεκινήσω με δύο φράσεις απ’ το βιβλίο.
   «Οι θύμησες, αχ αυτές οι θύμησες! Τις ζητάς επίμονα, γλυκά, κι άλλοτε -όταν φτάσουν- σε γαληνεύουν την ψυχή, σε παίρνουν και σε πετούν ψηλά, κι άλλες φορές έρχονται βίαια, εισβάλλουν απρόσκλητες και σε αναστατώνουν το είναι». Αυτό σκέφτεται και νιώθει βαθιά στην ψυχή της η Έλσα η Ρωμιά από την Κωνσταντινούπολη, καθώς ξετυλίγει το κουβάρι των αναμνήσεών της από την Πόλη. Πότε μόνη, πότε με τη μητέρα της, τη Ρωξάνη, εξιστορούν, μέσα από ένα αφηγηματικό μυθιστόρημα, τη ζωή τους αλλά και την πορεία της οικογένειάς τους. Συγκεκριμένα, περνούν από μπροστά μας τρεις γενιές Κωνσταντινουπολιτών, από το 1923 έως το 1981.
   Μέσα από αυτήν την αφήγηση, αναδύεται η ίδια η Κωνσταντινούπολη των Ρωμιών, όπως φαίνεται μέσα από τα δικά τους μάτια, λαμπρή και μεγαλοπρεπής. Μια πόλη που δεν υπάρχει όμοιά της, (ούτε καν η ίδια -τώρα πια- δεν μοιάζει σε τίποτε με την μαγική Πόλη που ήταν), και η οποία είναι χαραγμένη ανεξίτηλα στις μνήμες όσων την έζησαν και την ποθούν ακόμα. Γι’ αυτό ακριβώς και ο πόνος του αποχωρισμού, του ξεριζωμού θα λέγαμε καλύτερα, είναι μεγαλύτερος. Γι’ αυτό και οι θύμησες, από τη μια τους γλυκαίνουν και από την άλλη τους αφήνουν μια πίκρα στο στόμα. Τέλος, γι’ αυτό ακριβώς την ποθούν ακόμα, και θα την ποθούν ως την τελευταία τους ανάσα.
   Γι’ αυτούς που την έζησαν, η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν απλώς μια πόλη. Ήταν ένα σταυροδρόμι λαών, αλλά κυρίως, το σταυροδρόμι του πολιτισμού. Κι οι Ρωμιοί της Πόλης, περήφανοι, διατρανώνουν ότι συνέβαλλαν - περισσότερο από κάθε άλλον -σε αυτόν τον πολιτισμό. Διακρίθηκαν για την Παιδεία τους, δημιουργώντας πρότυπα σχολεία (όπως το Ζάππειο, το Ζωγράφειο, τη μεγάλη του Γένους Σχολή), και βγάζοντας άριστα καταρτισμένους πολίτες. Διακρίθηκαν στο εμπόριο με τις επιχειρήσεις τους και τις πρωτοπόρες ιδέες τους - δεν υπήρχε Ρωμιός που να μην στέκεται καλά οικονομικά. Και ήταν αυτός, ένας από τους βασικούς λόγους που μπήκαν στο μάτι των Τούρκων, οι οποίοι έψαχναν εναγωνίως τρόπους να τους εξευτελίσουν, και τελικά να τους διώξουν για πάντα  από αυτά τα εδάφη. Διακρίθηκαν επίσης στις τέχνες, όπως ακόμα και σε πράγματα που μοιάζουν δευτερεύουσας σημασίας, αλλά δεν είναι. Το Κωνσταντινουπολίτικο φαγητό, η ευγένεια, η καλοσύνη, η αρχοντιά τους, φέρουν μαζί τη δική τους σφραγίδα, αξεπέραστη και αξιομνημόνευτη.
   Αυτό το βιβλίο, μοιάζει με ένα ταξίδι. Ένα ταξίδι, που θα μπορούσαμε να το χωρίσουμε σε τρεις θεματικές ενότητες: Τις ομορφιές της πόλης, την ιστορία της, και τέλος τους ανθρώπους της.
   Ξεκινώντας με τις ομορφιές της Πόλης, σεργιανάμε μες τους δρόμους και τα  στενά της. Την γνωρίζουμε καλύτερα. Πρώτα επισκεπτόμαστε την περιοχή που έμεναν οι περισσότεροι Ρωμιοί, το Πέραν, εκεί που -όπως αναφέρεται κάπου μέσα στο βιβλίο- χτυπά η καρδιά του πολιτισμού, η καρδιά της Ευρώπης. Προχωράμε στην περιοχή Ταταύλα, κατοικημένη κι αυτή ως επί το πλείστον από Ρωμιούς, και  που  είναι γνωστή κυρίως για τις βιοτεχνίες παπουτσιών. Διαβαίνουμε τον Πύργο του Γαλατά, το Μπαλούκ Παζάρ, την πλατεία Ταξίμ, ατενίζουμε το Βόσπορο και μεταφερόμαστε με το καΐκι της γραμμής στα Πριγκιποννήσια. Μιλώντας για την Κωνσταντινούπολη, δεν θα μπορούσαμε να μην επισκεφτούμε, την Αγιά Σοφιά. Θαυμάζουμε αυτό το αξεπέραστο στολίδι της Πόλης, τον λαμπρό ναό -ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής σημασίας -που χτίστηκε από τους μηχανικούς Ανθέμιο και Ισίδωρο, επί βασιλείας του Ιουστινιανού του πρώτου.
   Περνάμε από τα γνωστά κρασοπουλειά, όπου γευόμαστε τους υπέροχους μεζέδες (γιατί η κάθε πολίτικη λιχουδιά είναι μια μεταλαβιά), ακούγοντας τους μελωδικούς ήχους από σάζι, ούτι και κανονάκι. Και τελειώνουμε τη γαστρονομική μας απόλαυση με ένα καζάν ντιπί, ή ξεκινάμε με αυτό - αναλόγως τα γούστα του καθενός.
   Κατά την παραμονή μας στην Κωνσταντινούπολη, θα ήταν αδύνατο να μη σημειώσουμε και κάποιες λέξεις που μας κάνουν εντύπωση, από την ιδιαίτερη ομιλία των Πολιτών. Τις καταγράφουμε, με πρώτη λέξη αυτήν του τίτλου, το τζάνουμ, που σημαίνει «ψυχή μου», και που σε προδιαθέτει γλυκά για το τι θα ακούσεις στη συνέχεια. Κοκόνα μου, παράς, τέντζερης, οντάς, καρντάσης (αγαπητός), κισμέτι (πεπρωμένο), γιαβάς-γιαβάς (σιγά-σιγά), τρατάρισμα (κέρασμα), καρσί (απέναντι), γιαγκίνι (φωτιά), αλλά και άλλες. Παρατηρούμε ότι κάποιες από αυτές, δεν μας είναι καθόλου άγνωστες.
  
   Στη δεύτερη ενότητα, μέσα από μια μικρή Ιστορική αναδρομή εκείνων των ετών, ξαναζούμε καταστάσεις  που πληγώνουν.
   Οι πρόγονοι του Λέοντα είχαν έρθει στην Πόλη από τη Μυτιλήνη, ενώ της Ρωξάνης από την Ήπειρο. Πίστεψαν πως η Πόλη θα γινόταν η δεύτερη πατρίδα τους, κι ας έσταζε η καρδιά τους Ελλάδα. Οι εντάσεις κι οι διωγμοί όμως, τους ακολούθησαν κι εκεί.
   Τον Δεκέμβρη του ’30, η Κωνσταντινούπολη μετονομάστηκε σε  Ιστανμπούλ, κάτι που σόκαρε και τους πιο ψύχραιμους.
   Το ’42, οι Τούρκοι βάλθηκαν σιγά-σιγά να αφανίσουν όλες τις μειονότητες, με την καταβολή εξαντλητικού φόρου. Όπως αναφέρει η Ρωξάνη: «Έτσι είναι η τουρκική πολιτική όταν σε θεωρεί αντίπαλο, όταν σε βάλει στόχο».
   Παρακολουθούμε τα επεισόδια της 6ης Σεπτεμβρίου του ’55, με κομμένη την ανάσα. Διωγμοί, βιασμοί, λεηλασίες, που αφήνουν τους Ρωμιούς με σακατεμένο ηθικό και ψυχή. Επρόκειτο πια για θέμα επιβίωσης. Σιγά-σιγά, κι ως το ’64, εγκαταλείπουν την Κωνσταντινούπολη. Αφήνουν πίσω –με πόνο ψυχής – σπίτια, δουλειές, περιουσίες, αγαπημένους ανθρώπους.
   Στα αυτιά των Ρωμιών, ακόμα ηχεί το «γκιαούρηδες» από το στόμα των Τούρκων. Γι’ αυτό και δεν μπορούσαν να πιστέψουνε τη λέξη «τουρκόσποροι» που ακούσανε, από στόμα Ελλήνων αυτή τη φορά. Ακόμα και στην Ελλάδα, την πατρίδα τους, τους αντιμετώπισαν με εχθρική συμπεριφορά. Μα, τα ίδια δεν έγιναν με τους μικρασιάτες, και μετά την καταστροφή του ’22;
   Υπάρχουν φράσεις που τις έχουμε ξανακούσει. Αρκετές φορές. Φράσεις, όπως: «Ήρθανε και μας πήρανε τις δουλειές, και οι έλληνες ξενιτεύονται για να ζήσουν. Να φύγουν!». Η ιστορία μοιάζει να επαναλαμβάνεται. Επαναλαμβάνεται ακόμη και σήμερα - ειδικά στη Σάμο, το γνωρίζουμε αυτό πολύ καλά. Το φαινόμενο των μεταναστεύσεων και της προσφυγιάς, είναι παγκόσμιο και διαχρονικό. Αλλά είναι ιδιαίτερο. Και σαν ιδιαίτερο, θα πρέπει να σκύψουμε πάνω του με μια ιδιαίτερη ματιά κι ευαισθησία. Θα πρέπει ίσως να βρούμε τη μαγική εκείνη φόρμουλα που, όπως στο εργαστήριο χημείας, δύναται να αναμίξουμε δυο υλικά χωρίς να γίνει έκρηξη. Ίσως, μαθαίνοντας να σεβόμαστε την ιδιαιτερότητα του κάθε λαού, και δείχνοντας αλληλοσεβασμό και αγάπη, θα πετύχουμε κι εμείς τη μαγική φόρμουλα της συνύπαρξης και θα μάθουμε να ζούμε ειρηνικά.

   Τέλος, εστιάζουμε στους Ρωμιούς της Κωνσταντινούπολης. Γνωρίζουμε από κοντά αξιόλογους και φιλόξενους ανθρώπους, όπως η Ρωξάνη Μήτρογλου και ο Λέων Κουμιώτης. Παίρνουμε πληροφορίες για τους γονείς τους, τα παιδιά τους (την Ηρώ- την Έλσα, της οποίας η μοίρα επεφύλασσε αρκετές άσχημες εκπλήξεις- και τον Νέστορα, ο οποίος παντρεύτηκε τη λάθος γυναίκα), καθώς επίσης και για τα εγγόνια τους. Μαθαίνουμε για τη ζωή τους και τα όνειρά τους. Όνειρα που δεν έμελλε να πραγματοποιηθούν… Βρισκόμαστε παρόντες σε γάμους και γέννες. Εντυπωσιαζόμαστε με τη νοικοκυροσύνη τους. Θαυμάζουμε και τη σοφία της κυρά Ρωξάνης, μέσα από διάφορες φράσεις της, διάσπαρτες μες το βιβλίο, που το εμπλουτίζουν με περισσότερη γνώση.
   Ζούμε μαζί τους όμορφες καταστάσεις αλλά και θλιβερές, που όμως είναι το αλατοπίπερο της ζωής, όπως αναφέρουν. Κι αυτό είναι ένα ακόμη στοιχείο που τους χαρακτηρίζει. Η αισιοδοξία και η όρεξη να παλέψουν, όποια αναποδιά κι αν  βρεθεί στο δρόμο τους.
   …Και τους ακούμε να μιλούν με μιαν αγάπη για την Κωνσταντινούπολη, την Πόλη τους, μα μιαν αγάπη, που, τελικά, μαθαίνουμε να αγαπάμε κι εμείς αυτόν τον τόπο.
   Πρόκειται λοιπόν για ένα βιβλίο που, οι ωραίες εικόνες του, οι όμορφες περιγραφές, η πλοκή του, δεν γίνεται να μας αφήσουν ασυγκίνητους. Άλλωστε, ποιος Έλληνας δεν συγκινείται όταν μεταφέρεται, έστω νοερά, στην Κωνσταντινούπολη;
   Με αυτά και πολλά άλλα, όχι μόνο θα ικανοποιήσουμε την περιέργειά μας ως ταξιδευτές, αλλά θα γίνουμε και πιο πλούσιοι, όπως γίνεται ο καθένας στο τέλος ενός ταξιδιού. Κι αυτά είναι που θα αφήσουν και σε μας μια γλύκα στο στόμα, μια ομορφιά στην ψυχή, όταν γυρίσουμε και την τελευταία σελίδα. Θα νιώσουμε χαρά, όπως αναφέρει κι ο Κωνσταντίνος Καβάφης, στο ποίημά του Ιθάκη, ενώ γράφει παρακάτω: «Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.».
Και το βιβλίο «Είμαι Πολίτισσα, τζάνουμ», στην προκειμένη περίπτωση, είναι η  Ιθάκη μας!"""


Η εκδήλωση πλαισιώθηκε από τη χορωδία της Ένωσης Μικρασιατών Σάμου, η βοήθεια της οποίας ήταν ανεκτίμητη για το στήσιμο της εκδήλωσης.









(Όλως τυχαίως, επισκέφτηκα τις γιορτές το κέντρο πολιτισμού «ελληνικός κόσμος», στην οδό Πειραιώς, στην Αθήνα, όπου παρακολούθησα, στο θέατρο Εικονικής Πραγματικότητας «Θόλος»,  μία πλήρη ψηφιακή αναπαράσταση του ναού, με τίτλο «Αγία Σοφία: 1.500 Χρόνια Ιστορίας». Νομίζω πως είναι κάτι που αξίζει να παρακολουθήσουμε όλοι μας κάποια στιγμή.)


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ - Θοδωρής Δεύτος





   Από τις εκδόσεις Ωκεανός κυκλοφόρησε πρόσφατα το τελευταίο βιβλίο του κ. Θοδωρή Δεύτου «Είμαι Πολίτισσα, τζάνουμ!». Ο συγγραφέας παρευρέθηκε στις 18 Μαρτίου 2017 στη Σάμο για την παρουσίαση του βιβλίου του, που πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη του βιβλιοπωλείου kosmos της Μαίρης Καλατζή, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δήμου Σάμου. Η εκδήλωση πλαισιώθηκε από τη χορωδία της Ένωσης Μικρασιατών Σάμου.
   Ο κ. Δεύτος μου παραχώρησε μια μίνι συνέντευξη, η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα, ενώ αναλυτικότερα για το βιβλίο του συζητήσαμε την ημέρα της εκδήλωσης.

  • ·        Κ. Δεύτο, από πού είστε; Από πού κατάγεστε; Έχετε κάποια σχέση με την Κωνσταντινούπολη; Κάποιες ρίζες εκεί;

Απ: Είμαι Ηπειρώτης, αλλά ένας ιδιαίτερος Ηπειρώτης, μιας και ο πατέρας μου κατάγεται από την Β. Ήπειρο. Αυτός είναι βασικά ο λόγος που γράφω σχεδόν αποκλειστικά τα τελευταία χρόνια για τις αλησμόνητες πατρίδες. Η μόνη σχέση με την Πόλη, είναι ότι ο παππούς μου φοίτησε στην Μεγάλη του Γένους σχολή.

  • ·        Από ό,τι είδα, έχετε γράψει αρκετά ιστορικά μυθιστορήματα κι επίσης έχετε μια προτίμηση στο θέμα των μικρασιατών. Γιατί;

Απ: Όπως σας προείπα έχω καταγωγή από την Β.Ήπειρο, συνεπώς τα θέματα των αλησμόνητων πατρίδων με πονούν κι εμένα, όπως πονούν τον Πόντιο, τον Μικρασιάτη, τον Κύπριο.

  • ·        Σας αρέσει να διαβάζετε βιβλία;

Απ: Όσο περνούν τα χρόνια όλο και περισσότερο διαβάζω. Το διάβασμα για μένα είναι ένα ταξίδι, είναι τρόπος ζωής θα έλεγα.

  • ·        Θα μπορούσαμε να πούμε ότι προτιμάτε τα ιστορικά βιβλία;

Απ: Κατ’ εξοχήν θα έλεγα ότι διαβάζω ιστορικά βιβλία, γιατί θεωρώ ότι μου προσφέρουν πέρα από το ταξίδι και γνώση.

  • ·        Ποιος είναι ο αγαπημένος σας συγγραφέας; Ποιος Έλληνας, ποιος ξένος;

Απ: Από τους Έλληνες αγαπημένοι είναι ο Καζαντζάκης και ο Λουντέμης, από τους ξένους πολλοί.

  • ·        Από πού εμπνευστήκατε, πώς, για να γράψετε το τελευταίο σας βιβλίο «Είμαι Πολίτισσα, τζάνουμ!»; Και θέλετε να μας πείτε δυο λόγια γι’ αυτό;

Απ: Έχω δύο φίλους που οι γονείς τους έχουν έρθει από την Πόλη το ‘55 του ενός και το ‘64 του άλλου. Αυτοί οι φίλοι, όλο για την Πόλη μιλούν όταν βρισκόμαστε. Αυτοί λοιπόν ήταν η πηγή έμπνευσης. Τώρα, όσον αφορά το βιβλίο, παρακολουθεί τρεις γενιές μιας οικογένειας Κωνσταντινουπολιτών, από το 1923 -1981, και μέσα από την ζωή τους περνάει και όλη η ιστορία της Πόλης του προηγούμενου αιώνα. Είναι ένα βιβλίο που οι αναγνώστες του το χαρακτηρίζουν συγκλονιστικό, γιατί έχει ωραίες εικόνες, πολύ όμορφες περιγραφές, δυνατούς έρωτες και πολλές ανατροπές.

  • ·        Πώς προέκυψε, από μαθηματικός, συγγραφέας;

Απ: Να σας πω την μαύρη αλήθεια, ούτε κι εγώ το κατάλαβα, αλλά έχει γίνει λατρεία, έχει γίνει τρόπος ζωής αυτή μου η ενασχόληση.

  • ·        Απ’ ό,τι βλέπω, σας αρέσει και η ενασχόληση με τα κοινά. Έχετε εκλεγεί δημοτικός σύμβουλος, έχετε διατελέσει πρόεδρος της Ένωσης Ηπειρωτών, πρόεδρος του Αθλητικού Οργανισμού, και πρόεδρος του Δημοτικού Κέντρου Πολιτισμού και Άθλησης, στο Δήμο Ιλίου όλα αυτά. Πώς ξεκίνησε αυτή λοιπόν η ενασχόληση, με τι ερέθισμα;

Απ: Ήμουν πρόεδρος του συλλόγου των Ηπειρωτών στην πόλη μου, το ΙΛΙΟΝ, με μεγάλη δραστηριότητα. Έτσι προέκυψε η πρόταση του δημάρχου να βοηθήσω κι εγώ με τις μικρές μου δυνάμεις.

  • ·        Η ενασχόληση με τα κοινά σημαίνει πως είστε, να το πω έτσι, ένα δημόσιο πρόσωπο. Αυτό σημαίνει ότι πολλές φορές  εκτίθεστε στην κριτική των άλλων, άλλες φορές με θετικά σχόλια και πιθανόν κάποιες με αρνητικά, μιας και δεν μπορούμε πάντα να ευχαριστήσουμε όλους, ούτε οι απόψεις όλων ταυτίζονται. Τι έχετε αποκομίσει όλα αυτά τα χρόνια από αυτήν την ενασχόληση; Έχετε μετανιώσει ποτέ για την επιλογή σας να ασχοληθείτε;

Απ: Αν για κάτι έχω μετανιώσει, είναι που άφησα παραπίσω το συγγραφικό μου έργο. Κατά τα λοιπά, όταν ασχολείσαι με τα κοινά, πρέπει να είσαι έτοιμος να ακούσεις πολύ εύκολα την κακόβουλη κριτική.

  • ·        Ποια η γνώμη σας για τον εθελοντισμό;

Απ: Τον θεωρώ απαραίτητο, ειδικά στις ημέρες μας και χαίρομαι που ο Ελληνικός λαός έδειξε στην περίπτωση του προσφυγικού ότι έχει ψυχή και συναισθήματα!!!

  • ·        Σε μια κοινωνία που, δεδομένων των συνθηκών, φαίνεται να βουλιάζει, τι μήνυμα θα θέλατε να δώσετε; Γιατί έχω την εντύπωση πως η ενασχόληση με τα κοινά, το να είναι κάποιος συνειδητοποιημένος αλλά και ώριμος πολίτης, έχει να κάνει σε μεγάλο ποσοστό με την πορεία της κοινωνίας μας.

Απ: Το μήνυμα είναι ότι τώρα πρέπει να σταθούμε όρθιοι, τώρα πρέπει να δείξουμε αλληλεγγύη, ανθρωπισμό και αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Γνωρίζουμε πλέον καλά ότι το κράτος καταρρέει, τώρα χρειάζεται όσο ποτέ η δική μας στήριξη στον συνάνθρωπο που υποφέρει.

  • ·        Παρεμπιπτόντως, η ωριμότητα του πολίτη, θεωρείτε πως έχει κάποια σχέση με την παιδεία; Ως εκπαιδευτικός, ποια η άποψή σας;

Απ: Η ωριμότητα του πολίτη έχει να κάνει και με την παιδεία, αλλά όχι μονάχα με αυτήν. Είναι πολλοί οι παράγοντες που συνδιαμορφώνουν την προσωπικότητα ενός ανθρώπου.

  • ·        Έχετε έρθει ποτέ στη Σάμο;

Απ: Όχι, είναι η πρώτη φορά και δεν σας κρύβω ότι ανυπομονώ να την γνωρίσω.

  • ·        Τι μήνυμα θα θέλατε να δώσετε στο αναγνωστικό κοινό της εφημερίδος μας, Σαμιακό Βήμα, αλλά και στους αναγνώστες γενικότερα;

Απ: Δυστυχώς είμαστε ένας λαός που δεν διαβάζει, οι αιτίες είναι πολλές, και εδώ το σχολείο έχει μεγάλη ευθύνη. Παρατηρώ με μεγάλη μου λύπη ότι, από τις παρουσιάσεις βιβλίων, απουσιάζουν σχεδόν επιδεικτικά οι συνάδελφοι εκπαιδευτικοί. Αυτό δεν είναι καλό σημάδι για την κοινωνία μας, γιατί οι εκπαιδευτικοί θα έπρεπε να είναι μπροστάρηδες, οι σηματωροί! Η άποψη μου λοιπόν είναι, ότι το διάβασμα είναι ένα ταξίδι, ένα ταξίδι που προσφέρει απόλαυση και γνώση. Γι’ αυτό και πρέπει να αυξηθεί το αναγνωστικό κοινό. Βλέπετε στο εξωτερικό όσοι ταξιδεύετε, στο metro, στα λεωφορεία, στο αεροπλάνο, όλοι είναι με ένα βιβλίο στο χέρι. Αρκεί να γίνεται σωστή επιλογή βιβλίου, κάθε φορά.






Τιμητική εκδήλωση για τον Γιάννη Κιράνη, 23/9/2016



                                                          
 
                                 



   """"Ξεκινώντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω το δήμο μας αλλά και τον Μάνο Στεφανάκη για την πρόσκληση, να μιλήσω -κι εγώ- για ένα τόσο σημαντικό πρόσωπο της κοινωνίας μας, τον κύριο Ιωάννη Κιράνη.
 
Διάβασα πρόσφατα μια ιστορία και θα ήθελα να τη μοιραστώ μαζί σας.
   «Μια γριούλα, μόνη και καμπουριασμένη, έσερνε τα βήματά της στο χιόνι. Στα πόδια της δεν φορούσε παπούτσια. Όσοι περνούσαν από δίπλα της αποτραβούσαν το βλέμμα. Άλλοι, πάλι, ούτε καν την πρόσεχαν.
   Με τα δυο της χέρια μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό, σταμάτησε στη στάση και περίμενε το λεωφορείο. Όταν αυτό ήρθε, ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Όσοι περίμεναν μαζί της στη στάση, πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα. Ο άντρας, δίπλα στον οποίο κάθισε η γριούλα, σκέφτηκε ενοχλημένος: «Γεροντική άνοια». Ο οδηγός παρατήρησε τα γυμνά της πόδια και σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να με βάλουν σε άλλη γραμμή».
   Ένα αγοράκι είπε: «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους, δεν είναι ευγενικό!».
   «Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά. Θα έπρεπε να ντρέπονται », είπε μια κυρία που φορούσε γούνα. Μια άλλη κυρία είπε: «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, ώστε να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;», και για να μην πολυλογούμε, ακούστηκαν πολλές κι απίθανες γνώμες για το ποιος φταίει.
   Ένας κύριος αισθάνθηκε ενοχλημένος από τις μουρμούρες των συμπολιτών του. Έβγαλε από το πορτοφόλι του χρήματα και τα έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, ν’ αγοράσεις παπούτσια».
   Μια καλοντυμένη κυρία άρχισε να προσεύχεται σιωπηλά. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ ν’ απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή».
   Στην επόμενη στάση μπήκε στο λεωφορείο ένα παλικάρι και κάθισε απέναντι από τη γριούλα. Όταν είδε τα ξυπόλυτα πόδια της πάγωσε. Το βλέμμα του πήγε στα ολοκαίνουρια παπούτσια του, τα οποία αγόρασε κάνοντας μεγάλη οικονομία. Έσκυψε, τα έβγαλε και της τα έδωσε. «Γιαγιά, είπε, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ, έχω κι άλλα».
   Το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι. Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον παρατηρούσαν. «Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. «Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος. Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε: Όχι μαμά, τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ».

   Θεωρούσα πάντα, και το πιστεύω ακόμα περισσότερο αυτή τη στιγμή, που η κοινωνία μοιάζει να φθίνει, εποχή που το παράλογο συχνά εμφανίζεται ως λογικό, που οι αξίες μοιάζουν κι αυτές να αργοπεθαίνουν, πως πρέπει να βραβεύουμε κι επιβραβεύουμε, να τιμούμε, τους ανθρώπους αυτούς που ξεχωρίζουν ανάμεσά μας. Ανθρώπους δοτικούς, που προσπαθούν για το κοινό καλό, θυσιάζοντας ακόμα κι από τον εαυτό τους για το σκοπό αυτό. Ανθρώπους που νοιάζονται. ΠΟΥ ΝΟΙΑΖΟΝΤΑΙ! Που, με λίγα λόγια, βάζουν το δικό τους λιθαράκι για έναν καλύτερο κόσμο. Αφήνουν το αποτύπωμά τους από εκεί που περνάνε, παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Σημαντικές μορφές του τόπου μας, που μας εμπνέουν με το παράδειγμά τους, και μέσα από το έργο τους γίνονται πρότυπα για τους νέους.
   Ένας τέτοιος άνθρωπος, που θα μπορούσε να δώσει και τα υποδήματά του, όπως αυτός της ιστορίας μας, είναι κι ο κύριος Κιράνης, που έχουμε την τιμή να έχουμε απόψε κοντά μας. Το συνολικό του έργο θα αναλύσουν περισσότερο οι συνομιλητές μου, εγώ θα σταθώ σε δύο σημεία.
   Διετέλεσε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του νοσοκομείου μας, σε μια εποχή δύσκολη, χρόνια πριν, όπου ακόμα κι ο απαραίτητος εξοπλισμός δεν υπήρχε. Με επίμονες πιέσεις και προσπάθειες, κατάφερε να εγκαινιάσει νέες πτέρυγες, φρόντισε για τον εξοπλισμό των εργαστηρίων, μερίμνησε για το κέντρο υγείας, και γενικά φρόντισε ώστε το νοσοκομείο να αποκτήσει ένα καλό πρόσωπο και να είναι λειτουργικό και χρήσιμο για όποιον χρειάζονταν ιατρική φροντίδα. Επιπλέον, πήγαινε και βράδια, ήλεγχε τους θαλάμους, μιλούσε με ασθενείς, μιλούσε με το προσωπικό, περνούσαν όλα υπό το άγρυπνο βλέμμα του. Είναι χαρακτηριστική η φράση που άκουσα για κείνον: «νοιαζόταν για τους ασθενείς, αλλά και για το προσωπικό». Νοιαζόταν.    
   Αυτή η λέξη μοιάζει καθοριστικής σημασίας για την πορεία του νοσοκομείου, είναι αυτό το κάτι παραπάνω που χρειάζεται να έχει κανείς για να πετύχει τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα σε αυτό που κάνει. Δεν στάθηκε δηλαδή στα καθήκοντα της θέσης του μόνο, αλλά έσκυψε με πραγματική συμπόνια πάνω από τον συνάνθρωπο ασθενή, έσκυψε με ενδιαφέρον να ακούσει τα προβλήματα των εργαζομένων.
   Ο κ. Κιράνης υπήρξε, επίσης, μέχρι πρόσφατα, πρόεδρος του τοπικού παραρτήματος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, με πολλές αποστολές ανθρωπιστικής βοήθειας στο ενεργητικό του.
   Ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, βασίζεται στην εθελοντική δράση των πολιτών και την αλληλεγγύη. Κινητοποιείται, στοχεύοντας πάντα στην ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου σε περιόδους πολέμου και ειρήνης, στηρίζοντας τραυματίες, ασθενείς, πρόσφυγες, ηλικιωμένους, ανθρώπους με οικονομικές δυσκολίες, κι άτομα από κάθε ευάλωτη ομάδα του πληθυσμού, κι από το 1877 είναι παρών στα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα της Ελλάδας αλλά και διεθνώς. Επιτελεί το σύνθετο ανθρωπιστικό έργο πάντα με στόχο τον άνθρωπο και πάντα με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο.   
   Θυμάμαι, πριν αρκετά χρόνια, είχα παρακολουθήσει μαθήματα πρώτων βοηθειών στον Ερυθρό Σταυρό στην Αθήνα. Εκεί διαπίστωσα ότι πρέπει κανείς να τρέφει πραγματικά μεγάλη αγάπη για τον συνάνθρωπό του, ώστε να μπορέσει να επιτελέσει το έργο του, να βοηθήσει, να σώσει ζωές με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη και με κίνδυνο της ίδιας του της ζωής, αφού συχνά πήγαιναν σε εμπόλεμες ζώνες.    
   Περιέγραφαν ιστορίες με μάτια που έλαμπαν, και ενέπνεαν τόσο, που μας μετέδιδαν τη φλόγα της ψυχής τους. Την ίδια ευκαιρία έδωσε σε πολλούς συμπολίτες μας ο κ. Κιράνης, με τα μαθήματα πρώτων βοηθειών που πραγματοποιήθηκαν, και πραγματοποιούνται ακόμη, στο νησί μας. Ενέπνευσε ανθρώπους αλλά και βοήθησε άλλους, σε καταστάσεις κρίσης, όπως η πιο πρόσφατη με το προσφυγικό.
   Για το σημαντικό ανθρωπιστικό έργο του, του έχει απονεμηθεί ο τίτλος του επίτιμου προέδρου του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.
   Η αγαπημένη Μάρω Βαμβουνάκη γράφει σε κάποιο βιβλίο της: «Όλη η ιστορία του κόσμου, όλες οι αποτυχίες να ευημερήσουμε, μας οδηγούν στην καταλυτική αξία της ελευθερίας, της προσωπικής ευθύνης δηλαδή. Στη δική της πυρηνική ενέργεια. Όποτε ο άνθρωπος μεταβίβασε την ευθύνη του σε άλλον, σε σύστημα, κόμμα, κράτος, ιερέα, ιδέα, ακολούθησε απογοήτευση, νοσηρότητα και καταστροφή. Προσωπική και κοινωνική αποσάθρωση. Σ’ αυτήν την ανάληψη της προσωπικής ευθύνης, της μόνης που οδηγεί στην ωριμότητα προσώπων και λαών, γίνεται το κλικ που μεταστρέφει το σύμπαν. Ίσως και σχέση αγάπης κι ανάπτυξης να είναι ακριβώς αυτό: αναλαμβάνω την ευθύνη μου απέναντί σου». Και παρακάτω: «Ο άνθρωπος δεν έρχεται στον κόσμο για να ζει καλά, αλλά για να ζει με νόημα». Ενώ ο Χέρμαν Έσσε γράφει: «Μπορεί κάποιος να μεταδώσει τη γνώση, αλλά όχι τη σοφία. Τη σοφία μπορεί κανείς να τη βρει, μπορεί να τη βιώσει…». Κι είναι σίγουρο πως αυτή τη σοφία την βίωσε ο κ. Κιράνης, μέσα από τον αγώνα του για το κοινό καλό, έναν αγώνα με νόημα.""""