Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Το λατρεμένο μου παιδί...

 
                                                                          Shirley Reade
 Μερικές φορές την παρατηρώ, την ώρα που γεμίζει ένα ποτήρι με νερό, ή την ώρα που χτενίζεται, ή την ώρα που θα κόψει ένα κομμάτι ψωμί να φάει στα όρθια κλπ. Την παρατηρώ, κι εκείνη την ώρα συνειδητοποιώ ότι ακόμα μου είναι δύσκολο να πιστέψω ότι έχω ένα παιδί. Περνάνε τα χρόνια και ξεχνιόμαστε με την καθημερινότητα, νομίζουμε πως είμαστε ακόμα είκοσι-εικοσιπέντε χρόνων... Πως ακόμα δεν μεγαλώσαμε εμείς οι ίδιοι...
  Την παρατηρώ λοιπόν και βλέπω πάνω της εμένα και τον πατέρα της. Κινήσεις δικές του, χαρακτηριστικά δικά του, αλλά και κάποιες εκφράσεις δικές μου, ενίοτε και ο τρόπος που μιλά ή σκέφτεται. Έχει καλλιτεχνική φύση και καμαρώνω γι' αυτό. Δεν είχε κι εύκολη ζωή, είναι πιο ώριμη από άλλα παιδιά, το βλέπω στα μάτια της που μου θυμίζουν τόσο τα δικά μου- τα πιάνω καμιά φορά να ταξιδεύουν...
  Την παρατηρώ και νιώθω την αγάπη να ξεχειλίζει μέσα μου, να φουντώνει και να διαχύεται γύρω μας, να φεγγοβολά. Ανατρέχω πίσω, στα χρόνια που πέρασαν και ξαναθυμάμαι τις πιο ωραίες της στιγμές (πάντα ήταν ωραίες, κάποιες όμως ήταν ιδιαίτερες). Το κάνω συχνά αυτό, για πολλούς λόγους...
  Της μιλούσα και της διάβαζα συνεχώς, και γι' αυτό έμαθε γρήγορα να μιλά. Το παραμύθι με τον κακό λύκο και τα τρία γουρουνάκια, ήταν το αγαπημένο της. Νιώθω πολύ χαρούμενη που σκέφτηκα να "αιχμαλωτίσω" την ανάγνωσή του, είναι η πρώτη ανάμνηση στην οποία ανατρέχω πάντα.
  Δεν έχει γενέθλια σήμερα, ούτε γιορτάζει. Αλλά να, απλά πέρασα έξω απ' το δωμάτιό της και την είδα να κοιμάται. Αγγελικά κοιμάται. Το βλέμμα μου τη χάιδεψε, γιατί πια δεν μας πολυαφήνει με τις αγκαλιές, μεγάλωσε και μας στερεί τακτικά αυτήν την ευχαρίστηση. Δεν είμαι παιδί πια, διαμαρτύρεται συχνά.
Όμως, ξέρω εγώ, πάντα, μα πάντα, θα είναι το λατρεμένο μου παιδί...

Καλό καλοκαίρι!


          
   Προσπαθώ να κλείσω τη βαλίτσα μου αλλά με δυσκολεύει. Την έχω γεμίσει με μια ολόκληρη ντουλάπα ρούχα, λες και θα φύγω για πάντα, λες και δε θα επιστρέψω ποτέ ξανά. Κάθομαι πάνω της, σε μια ύστατη προσπάθεια να κλείσει και θαρρώ ότι υπό την απειλή του βάρους μου υποχωρεί. Το φερμουάρ σιγά –σιγά βρίσκει το δρόμο του και προχωρεί προς το τέρμα της διαδρομής του.
   Έχω κλείσει τα εισιτήριά μου. Τα κοιτάζω με περηφάνια. Επιτέλους το όνειρό μου θα γίνει πραγματικότητα! Θα ταξιδέψω στην Ελλάδα, απ’ άκρη σ’ άκρη. Ξεκινώντας από τα νησάκια γύρω από τη Σάμο, θα πάω Κρήτη (έχω ήδη πάει δυο φορές αλλά μια τρίτη ματιά της αξίζει, για να μην πω και τέταρτη αλλά και πέμπτη), Πελοπόννησο, και θα αρχίσω να ανεβαίνω προς τα πάνω. Γιάννενα, Καρδίτσα κλπ κλπ, θα κάνω ζικ ζακ ώστε να δω τα πάντα, το υπέροχο μέρος που γεννήθηκα, το Βόλο, θα ανέβω πιο πάνω, Θεσσαλονίκη, Έδεσσα με τους υπέροχους καταρράκτες της, θα περάσω από Σέρρες σίγουρα για να απολαύσω το γευστικότατο ακανέ της, Καβάλα, Κομοτηνή, κι όποιο άλλο μέρος προκύψει.
   Είμαι ενθουσιασμένη. Για δύο λόγους. Πρώτον γιατί θα επισκεφτώ και θα γνωρίσω όλα τα υπέροχα μέρη της πατρίδας μου και δεύτερον γιατί θα πάω μόνη μου, άρα θα γνωρίσω και όλα τα υπέροχα μέρη της ψυχής μου…
   Θα ταξιδέψω όπως ο Πάολο Κοέλο, θα κάνω τη δική μου προσωπική διαδρομή και μέσα από αυτή θα βρω ξανά τον εαυτό μου. Θα ανακαλύψω και πάλι τα σημαντικά της ζωής, θα αναδιοργανωθώ, θα θέσω νέους στόχους και προτεραιότητες. Και το κυριότερο, θα βρω πάλι την ηρεμία μου, την ψυχική μου ηρεμία…
   Θάλασσα φουρτουνιασμένη η ψυχή, αλλά ξέρω πως αυτό το ταξίδι είναι η λύση, αυτό το μοναχικό ταξίδι κρύβει μέσα του τη γιατρειά, την απάντηση, το μυστικό που όλοι ίσως αναζητούμε. Και το ξέρω, με τη βεβαιότητα που απλά ξέρουμε κάποια πράγματα ότι είναι σωστά χωρίς να μπορούμε να τα εξηγήσουμε…
   Δεν ξέρω πότε θα επιστρέψω. Πιθανότατα όταν θα είμαι έτοιμη… Σίγουρα όμως θα επιστρέψω αλλαγμένη, πιο ήρεμη, πιο  ξαλαφρωμένη, πιο κοντά στον εαυτό μου – αυτό είναι και το ζητούμενο.
   Πιστεύω πως ο άνθρωπος δικαιούται, αλλά και επιβάλλεται, να κάνει τέτοια ταξίδια αραιά και πού. Να ξεφεύγει από την καθημερινότητα της ζωής που τον απομακρύνει από τα θέλω του κι ακόμα κι από τον ίδιο τον εαυτό του.
   Η ώρα πλησιάζει λοιπόν. Είμαι ενθουσιασμένη και…
   … Και μετά ξυπνάω…
   Ανοίγω λίγο τα μάτια και καταλαβαίνω πως είμαι στο κρεβάτι, στο γνώριμο υπνοδωμάτιό μου.
   Πολύ καλό για να ‘ναι αληθινό, σκέφτομαι με απογοήτευση. Ξανακλείνω τα μάτια, προσπαθώντας να παρατείνω το όνειρο. Ανώφελο. Το μόνο που καταφέρνω, είναι να επιβεβαιώσω πως πραγματικά χρειάζομαι διακοπές. Πραγματικά χρειάζομαι να μείνω λίγο μόνη, να βρω χρόνο για σκέψη και να απολαύσω τη μοναδικότητα της σιωπής. Μιας σιωπής που όμως μπορεί και λέει πολλά…
   Κάνω στα γρήγορα κάποια σχέδια με το μυαλό μου. Δε χρειάζεται να πάω μακριά (άλλωστε δεν είναι οικονομικά εφικτό), μπορώ κι εδώ να αποκτήσω για λίγο το χώρο μου και το χρόνο μου.
   Παίρνω το μαγιό μου, μερικά βιβλία και χαιρετώ. Θα τα ξαναπούμε από Σεπτέμβρη. Καλό καλοκαίρι!

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα samiakonvima.blogspot.gr/ )

Άνθρωποι μόνοι



                                                                              Salvador Dali

   Η μέρα ήτανε κρύα, παγωμένη θα έλεγε κανείς. Πυκνά μαύρα σύννεφα βάραιναν τον ουρανό και οι πρώτες νιφάδες χιονιού (για σήμερα) είχαν κάνει την εμφάνισή τους – ακριβώς όπως είχανε προβλέψει οι μετεωρολόγοι. Είχε ντυθεί καλά, σαν κρεμμύδι. Εξοπλισμένη με κασκόλ, σκούφο, γάντια, δυο ζευγάρια κάλτσες, δυο πουλόβερ, μια χοντρή εσάρπα για καλό τύλιγμα του κεφαλιού. Στη σκέψη της εσάρπας χαμογέλασε. Αν δεν ήταν τα ανοιχτόχρωμα χαρακτηριστικά της, μπορεί και να την περνούσανε για μουσουλμάνα. Αλλά δεν την ένοιαζε, τέτοιο κρύο είχε να συναντήσει χρόνια.
   Πηγαίνοντας προς τη στάση των λεωφορείων, διαπίστωσε από μακριά πως ήδη περίμεναν εκεί τέσσερα με πέντε άτομα. «Ωραία», σκέφτηκε με ανακούφιση, «δεν θα αργήσει να περάσει το λεωφορείο». Η σκέψη να περιμένει στο κρύο για ώρα ήταν δυσβάσταχτη.
   Στάθηκε σε μια άκρη δίπλα από το στέγαστρο κι άρχισε να μετρά τα λεπτά, κοιτώντας κάθε τόσο το μικροσκοπικό ρολογάκι της.
   Η ώρα περνούσε και λεωφορείο δεν φαινόταν. Ο εκνευρισμός της δεν άργησε να εκδηλωθεί. Άναψε τσιγάρο, από συνήθεια ίσως, ίσως γιατί κι εκείνη πίστευε (σαν όλους τους καπνιστές) πως καπνίζοντας περνά πιο γρήγορα η ώρα. Δεν είχε καπνίσει ακόμα το μισό και ένας παππούλης, καμιά ογδονταριά χρονών, την πλησίασε.
   «Το λεωφορείο θα αργήσει ακόμα λίγο. Το βλέπω κάθε μέρα απ’ το παραθύρι μου, εδώ πάνω μένω (της έδειξε), περνάει παρά δέκα», την ενημέρωσε. Εκείνη κοίταξε το ρολόι της. Ήτανε παρά είκοσι ακόμα. Τελικά, δεν το γλύτωνε το κρύο, σκέφτηκε λυπημένη. Γύρισε να τον ευχαριστήσει για την πληροφορία και συνάμα αναρωτήθηκε πώς και άντεχε ο παππούλης τόσο κρύο.
   «Η δεύτερη γυναίκα μου κάπνιζε» συνέχισε εκείνος να της μιλά. «Κι εγώ κάπνιζα, αλλά το έκοψα όταν μου είπε ο γιατρός. Μπαμ, μαχαίρι, μέσα σε μια μέρα. Πάνε χρόνια τώρα», δήλωσε υπερήφανος για το κατόρθωμά του.
   Το βλέμμα του χάθηκε για λίγο, στράφηκε πίσω σε παλιές εποχές, καθώς συνέχιζε να εξιστορεί. «Εκείνη δεν τα κατάφερε. Της έλεγα συνεχώς να το κόψει, δεν της κάνει καλό –ήτανε νεφροπαθής– αλλά εκείνη τίποτα, δεν άκουγε, συνέχιζε. Αυτό την έφαγε στο τέλος», κούνησε το κεφάλι του λυπημένος.
   Η κοπέλα τον παρακολουθούσε χωρίς να απορεί. Ήτανε συνηθισμένη. Στις στάσεις των λεωφορείων όλο και κάποιος άνοιγε την κουβέντα στον διπλανό του. Της είχε τύχει επίσης και σε ταξί, της είχε τύχει και στην αναμονή των νοσοκομείων. Έτσι ήταν η Αθήνα, εκεί που έλεγες ‘’Τι απρόσωπη πόλη!’’, εκεί σε ξάφνιαζαν ορισμένοι κάτοικοί της, και σου άνοιγαν την ψυχή τους.
   Θες η μοναξιά, θες η περιέργεια, θες ότι στους αγνώστους τολμάει κανείς να μιλήσει για πράγματα και σκέψεις που δε θα φανέρωνε σε δικούς του ανθρώπους, εκείνη τα γνώριζε όλα αυτά και το σημερινό περιστατικό δεν της έκανε καμία απολύτως εντύπωση. Αντιθέτως, τον άκουγε με ενδιαφέρον και συμπόνια.
   «Είχαμε κάνει πολιτικό γάμο. Μια υπογραφή και τελείωσε το πράγμα. Βέβαια, το γλέντι, γλέντι. Το διασκεδάσαμε με τους φίλους μας». Τα μάτια του χαμογελούσαν καθώς θυμόταν τις παλιές, ευτυχισμένες στιγμές. Συνέχισε: «Με την πρώτη μου γυναίκα είχα κάνει θρησκευτικό γάμο. Άλλο πράγμα τούτος. Κόσμος πολύς, επισημότητα, νυφικό, κοστούμια, γλέντι μέχρι πρωίας… Αλλά τι τα θες αυτά; Σημασία έχει να αγαπάει ο ένας τον άλλον», την κοίταξε με νόημα.
    Αναστέναξε. «Και με την πρώτη αγαπιόμασταν και με τη δεύτερη. Αλλά μου φύγανε κι οι δύο, τις έχασα νωρίς…» Μαύρο πέπλο, θαρρείς, στα μάτια του.
   Εκείνη δεν ήξερε τι να του πει, ούτε ένας λόγος παρηγορητικός δεν μπορούσε να βγει από τα χείλη της. Όταν τις θες πιο πολύ τις ριμάδες τις λέξεις, αυτές σου κρύβονται…
   Το λεωφορείο έκανε την εμφάνισή του, στρίβοντας από το παραπάνω στενό. Ο ήχος της μηχανής του έφτανε στα αυτιά της καθώς κοιτούσε ακόμα τον παππούλη στα μάτια.
   «Λυπάμαι», του είπε τελικά. Και το εννοούσε…

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα samiakonvima.blogspot.gr/ )