Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Άνθρωποι μόνοι



                                                                              Salvador Dali

   Η μέρα ήτανε κρύα, παγωμένη θα έλεγε κανείς. Πυκνά μαύρα σύννεφα βάραιναν τον ουρανό και οι πρώτες νιφάδες χιονιού (για σήμερα) είχαν κάνει την εμφάνισή τους – ακριβώς όπως είχανε προβλέψει οι μετεωρολόγοι. Είχε ντυθεί καλά, σαν κρεμμύδι. Εξοπλισμένη με κασκόλ, σκούφο, γάντια, δυο ζευγάρια κάλτσες, δυο πουλόβερ, μια χοντρή εσάρπα για καλό τύλιγμα του κεφαλιού. Στη σκέψη της εσάρπας χαμογέλασε. Αν δεν ήταν τα ανοιχτόχρωμα χαρακτηριστικά της, μπορεί και να την περνούσανε για μουσουλμάνα. Αλλά δεν την ένοιαζε, τέτοιο κρύο είχε να συναντήσει χρόνια.
   Πηγαίνοντας προς τη στάση των λεωφορείων, διαπίστωσε από μακριά πως ήδη περίμεναν εκεί τέσσερα με πέντε άτομα. «Ωραία», σκέφτηκε με ανακούφιση, «δεν θα αργήσει να περάσει το λεωφορείο». Η σκέψη να περιμένει στο κρύο για ώρα ήταν δυσβάσταχτη.
   Στάθηκε σε μια άκρη δίπλα από το στέγαστρο κι άρχισε να μετρά τα λεπτά, κοιτώντας κάθε τόσο το μικροσκοπικό ρολογάκι της.
   Η ώρα περνούσε και λεωφορείο δεν φαινόταν. Ο εκνευρισμός της δεν άργησε να εκδηλωθεί. Άναψε τσιγάρο, από συνήθεια ίσως, ίσως γιατί κι εκείνη πίστευε (σαν όλους τους καπνιστές) πως καπνίζοντας περνά πιο γρήγορα η ώρα. Δεν είχε καπνίσει ακόμα το μισό και ένας παππούλης, καμιά ογδονταριά χρονών, την πλησίασε.
   «Το λεωφορείο θα αργήσει ακόμα λίγο. Το βλέπω κάθε μέρα απ’ το παραθύρι μου, εδώ πάνω μένω (της έδειξε), περνάει παρά δέκα», την ενημέρωσε. Εκείνη κοίταξε το ρολόι της. Ήτανε παρά είκοσι ακόμα. Τελικά, δεν το γλύτωνε το κρύο, σκέφτηκε λυπημένη. Γύρισε να τον ευχαριστήσει για την πληροφορία και συνάμα αναρωτήθηκε πώς και άντεχε ο παππούλης τόσο κρύο.
   «Η δεύτερη γυναίκα μου κάπνιζε» συνέχισε εκείνος να της μιλά. «Κι εγώ κάπνιζα, αλλά το έκοψα όταν μου είπε ο γιατρός. Μπαμ, μαχαίρι, μέσα σε μια μέρα. Πάνε χρόνια τώρα», δήλωσε υπερήφανος για το κατόρθωμά του.
   Το βλέμμα του χάθηκε για λίγο, στράφηκε πίσω σε παλιές εποχές, καθώς συνέχιζε να εξιστορεί. «Εκείνη δεν τα κατάφερε. Της έλεγα συνεχώς να το κόψει, δεν της κάνει καλό –ήτανε νεφροπαθής– αλλά εκείνη τίποτα, δεν άκουγε, συνέχιζε. Αυτό την έφαγε στο τέλος», κούνησε το κεφάλι του λυπημένος.
   Η κοπέλα τον παρακολουθούσε χωρίς να απορεί. Ήτανε συνηθισμένη. Στις στάσεις των λεωφορείων όλο και κάποιος άνοιγε την κουβέντα στον διπλανό του. Της είχε τύχει επίσης και σε ταξί, της είχε τύχει και στην αναμονή των νοσοκομείων. Έτσι ήταν η Αθήνα, εκεί που έλεγες ‘’Τι απρόσωπη πόλη!’’, εκεί σε ξάφνιαζαν ορισμένοι κάτοικοί της, και σου άνοιγαν την ψυχή τους.
   Θες η μοναξιά, θες η περιέργεια, θες ότι στους αγνώστους τολμάει κανείς να μιλήσει για πράγματα και σκέψεις που δε θα φανέρωνε σε δικούς του ανθρώπους, εκείνη τα γνώριζε όλα αυτά και το σημερινό περιστατικό δεν της έκανε καμία απολύτως εντύπωση. Αντιθέτως, τον άκουγε με ενδιαφέρον και συμπόνια.
   «Είχαμε κάνει πολιτικό γάμο. Μια υπογραφή και τελείωσε το πράγμα. Βέβαια, το γλέντι, γλέντι. Το διασκεδάσαμε με τους φίλους μας». Τα μάτια του χαμογελούσαν καθώς θυμόταν τις παλιές, ευτυχισμένες στιγμές. Συνέχισε: «Με την πρώτη μου γυναίκα είχα κάνει θρησκευτικό γάμο. Άλλο πράγμα τούτος. Κόσμος πολύς, επισημότητα, νυφικό, κοστούμια, γλέντι μέχρι πρωίας… Αλλά τι τα θες αυτά; Σημασία έχει να αγαπάει ο ένας τον άλλον», την κοίταξε με νόημα.
    Αναστέναξε. «Και με την πρώτη αγαπιόμασταν και με τη δεύτερη. Αλλά μου φύγανε κι οι δύο, τις έχασα νωρίς…» Μαύρο πέπλο, θαρρείς, στα μάτια του.
   Εκείνη δεν ήξερε τι να του πει, ούτε ένας λόγος παρηγορητικός δεν μπορούσε να βγει από τα χείλη της. Όταν τις θες πιο πολύ τις ριμάδες τις λέξεις, αυτές σου κρύβονται…
   Το λεωφορείο έκανε την εμφάνισή του, στρίβοντας από το παραπάνω στενό. Ο ήχος της μηχανής του έφτανε στα αυτιά της καθώς κοιτούσε ακόμα τον παππούλη στα μάτια.
   «Λυπάμαι», του είπε τελικά. Και το εννοούσε…

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα samiakonvima.blogspot.gr/ )

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου