Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Η έκσταση της δημιουργίας



                                         


   Κάθεται επιτέλους στο σκαμπό του, απέναντι από τον καινούριο του  καμβά. Μέρες ήθελε να ξεκινήσει, αλλά όλο το ανέβαλλε. Ο λόγος ήταν πως δεν μπορούσε να αποφασίσει ποιο θα ήταν το επόμενο θέμα του. Κι ούτε ακόμα ξέρει. Γνωρίζει όμως πολύ καλά πως τρώγοντας έρχεται η όρεξη, δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, ζωγραφίζοντας θα έχει σίγουρα κάποια έμπνευση.
   Το έχει βιώσει πολλές φορές αυτό. Μετά τις πρώτες πινελιές, βγαίνει αβίαστα και αποτυπώνεται στον πίνακα (μέσα από τοπία, πρόσωπα ή άλλα θέματα που προκύπτουν απ’ το πουθενά) κάθε του διάθεση, λύπη ή χαρά, και προβάλλεται κάθε πρόβλημα που τον απασχολεί – άσχετα αν δεν μπορούν να το αντιληφθούν όλοι.
   Δεν είναι επαγγελματίας ζωγράφος ακόμα. Αλλά η ζωγραφική είναι το πάθος του, χάνεται μέσα σε αυτήν. Μεταξύ καμβά, πινέλου και χρωμάτων εκείνος ταξιδεύει στα πιο σκοτεινά σημεία της ψυχής του, τα εξερευνεί, ανακαλύπτει, μεταμορφώνεται, ωριμάζει, συνειδητοποιεί, μαθαίνει, ηρεμεί και ολοκληρώνεται. Ολοκληρώνεται ως άνθρωπος αλλά και ως ζωγράφος, αφού πια το χέρι του βρίσκει μόνο του το δρόμο προς τη δημιουργία. Κι ας είναι κάθε φορά διαφορετικός ο δρόμος που παίρνει.
   Έχει γεμίσει τα σπίτια των φίλων του με πίνακες δικούς του. Του έχουν πει ότι ζωγραφίζει πολύ ωραία και ενθουσιάζονται κάθε φορά που βλέπουν μία του καινούρια δημιουργία. Τον παροτρύνουν, κι αυτό είναι κάτι που επίσης χρειάζεται κανείς από τους καλούς φίλους.
   Στις άγνωστες κοπέλες τον συστήνουν πλέκοντάς του το εγκώμιο, προσπαθώντας να του βρουν ταίρι. Δεν έχει βρει όμως ακόμα καμία, που να νιώσει πως οι ψυχές τους έχουν κοινό προορισμό. Αλλά δεν τον νοιάζει. Η ζωγραφική είναι η μεγάλη του, η μοναδική ερωμένη της ζωής του, αυτή που τον έχει σημαδέψει για πάντα, σβήνοντας και το πιο μικρό ίχνος από το πέρασμα οποιασδήποτε άλλης. Αυτή καλύπτει τα όποια του κενά˙ κάθε φορά που τελειώνει έναν πίνακα, νιώθει πως έφτασε στην πιο όμορφη ολοκλήρωση, πως μόλις είχε τον ωραιότερο οργασμό.
   Ρυθμίζει λίγο το τρίποδο και πιάνει το πινέλο. Το χέρι του μένει, προς στιγμήν, μετέωρο. Κοιτάζει προς το παράθυρο, κοιτάζει έξω από αυτό. Τις ακτίνες του ήλιου, τα κλαριά της λεμονιάς που ‘ναι γεμάτα πράσινα φύλλα. Πολύ του αρέσει το πράσινο χρώμα, το χρώμα της φύσης. Ένα χρώμα με απεριόριστες δυνατότητες.
   Βουτάει το πινέλο του στο πράσινο και ξεκινά. Τραβάει μια γραμμή εδώ, μια εκεί. Διορθώνει λίγο το πράσινο, ακουμπώντας ανεπαίσθητα το πινέλο σε άλλο χρώμα. Τραβά κι άλλες γραμμές πιο δίπλα. Μοιάζει με φύλλο. Μετά από κάποια ώρα, φαίνεται κάτι σαν ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο από φύλλα. Δεν παίρνεις κι όρκο όμως, το μόνο για το οποίο μπορείς να είσαι σίγουρος, είναι το χρώμα, οι πολλές αποχρώσεις του πράσινου.
   Αρχίζει να απορροφάται όλο και πιο πολύ σε αυτό που κάνει. Δεν σηκώνει το κεφάλι, δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει γύρω του. Το πιο πιθανό είναι πως δεν θα καταλάβαινε ούτε αν γινόταν σεισμός, ούτε αν γκρεμιζόταν το κτίριο όλο. Τα μάτια του γυαλίζουν σαν από πυρετό, τα χέρια του δουλεύουν ασταμάτητα. Έχεις την αίσθηση πως βρίσκεται ολόκληρος μέσα στον πίνακά του και πως δεν έχει καμία διάθεση να βγει από κει. Αναρωτιέσαι, ο πίνακας είναι που ανήκει σ’ αυτόν, ή ο ίδιος ανήκει στον πίνακα;…
   Τραβά κι άλλες γραμμές, ίσιες και καμπύλες, γεμίζει χρώμα ανάμεσα, διορθώνει σημεία. Μέχρι που βραδιάζει. Μέχρι που τελειώνει. Και τότε, γεμίζει ένα ποτήρι κρασί, κάθεται στον καναπέ που βρίσκεται απέναντι, και καρφώνει το τρικυμισμένο βλέμμα του (ένα βλέμμα που θα ζήλευε κάθε ερωμένη) με πάθος κι ευχαρίστηση μέσα στον ολοκληρωμένο πίνακα.
   Όχι, αυτή τη στιγμή δε θα την άλλαζε για τίποτα στον κόσμο…

 (Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου