Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

Τελευταίες επιθυμίες


Ραφαέλο Σάντσιο

  
 Λένε πως, λίγο πριν αναχωρήσουν οι άνθρωποι για το τελευταίο ταξίδι της ζωής τους, περνάει ολάκερη η ζωή μπροστά από τα μάτια τους. Να ‘ναι αλήθεια τάχα αυτό;, σκέφτομαι καθώς βλέπω έναν παππούλη με βλέμμα απλανές να κείτεται στο κρεβάτι του πόνου ενός νοσοκομείου. Κοιτάζει προς το ταβάνι, αλλά μοιάζει σαν να μην το βλέπει. Ωχρό πρόσωπο, ακίνητος και καταβεβλημένος.
   Το δωμάτιο είναι δίκλινο, αλλά το δεύτερο κρεβάτι άδειο. Εκείνος είναι μόνος, δεν είναι κανείς δικός του κοντά. Στο τραπεζάκι δίπλα του ένα ποτήρι νερό, τίποτα άλλο. Μοιάζει παρατημένος, ξεχασμένος, ακόμα κι απ’ το Θεό.
   Τον ακούω να παραμιλάει, για την ακρίβεια βλέπω τα χείλη του να ανοιγοκλείνουν κι ακούω ένα ανεπαίσθητο μουρμουρητό, κάτι σαν παραλήρημα μοιάζει, κι έτσι τον πλησιάζω για να ακούσω τι λέει.
   «Πού ‘ναι τα αδέρφια μου; Να ‘τα, να ‘τα. Περιμένετε λίγο, θα ‘ρθω κι εγώ στο σκολειό σήμερα. Θα πάμε μαζί κι οι πέντε, ο δρόμος είναι δύσκολος και μακρύς, θα βοηθάμε ο ένας τον άλλον. Άντε γρήγορα μην αργήσουμε, θα μας πάρει ο διάολος αν μας δούνε αργοπορημένους!»
   Τα φρύδια του έχουν σμίξει, θαρρείς από αγωνία. Μετά χαλαρώνει, χαμογελά και συνεχίζει: «Πρόσεξε μη βρέξεις τα παπούτσια σου. Δεν έχουμε άλλα. Θα σε βάνει ο πατέρας τιμωρία να καθαρίζεις μια βδομάδα τα γουρούνια. Πρόσεξε. Δέσε τα κορδόνια, πέρασέ τα στο λαιμό, να, έτσι, και τώρα τσαλαβούτα όσο θες». Γελάει εξασθενημένα. «Το κύμα πρόσεχε, το κύμα! Α, καλά να πάθεις άτιμο, στο είπα εγώ!»
   Κλείνει για μια στιγμή τα μάτια, μόνο για λίγο, και σοβαρεύει. Η φωνή του βραχνιάζει. «Μάνα, μη σκιάζεσαι, καλά θα είμαι. Θα σας γράφω από το στρατό. Ναι μάνα, δυο χρόνια, αλλά θα είμαι καλά. Την ευχή σου δώσε μου μόνο. Να προσέχεις μάνα, βάστα γερά, δυο χρόνια και θα έρθω να σε ξεκουράσω, βάστα». Ένα δάκρυ κυλάει απ’ τα μάτια του. Θα ορκιζόμουν πως είναι πικρό…
   Τον πλησιάζω κι άλλο. Κάθομαι δίπλα του και του πιάνω απαλά το χέρι. Μου σφίγγει το δικό μου.
   «Είδες Χαρά μου; Το είδες; Το πρώτο μας εγγόνι. Και είναι και αγόρι. Ναι, ναι, έχεις δίκιο, γερό να είναι κι ό,τι να ‘ναι». Τα χείλη του στολίζει ένα χαμόγελο και πάλι. «Αλλά είναι αγόρι!», ψιθυρίζει με καμάρι. «Κουπεπέ, κουπεπέ…» προσπαθεί να τραγουδήσει, κουνώντας ανεπαίσθητα και το χέρι του, αυτό που πριν λίγο έσφιγγε το δικό μου.
   Χαμογελώ. Αν μη τι άλλο, αυτές είναι ωραίες αναμνήσεις, απ’ αυτές μάλιστα που δεν ξεθωριάζουν, που δεν τις ακουμπά καθόλου ο χρόνος. Κάνω να φύγω, ήσυχη πια πως δεν υποφέρει. Μου ξανασφίγγει το χέρι με όση δύναμη φαίνεται να έχει, ανεπαίσθητα δηλαδή. Δεν θέλει να τον αφήσω μόνο.
   «Και πάντα κοντά μου η χαρά μου, εσύ, Χαρά μου. Και στις χαρές και στις λύπες. Αχ…», μονολογεί κι αναστενάζει. Συνειδητοποιώ πως με έχει περάσει για τη γυναίκα του. Ποιος ξέρει άραγε, εκείνη είναι εν ζωή;, αναρωτιέμαι. «Το πιο ωραίο κορίτσι του χωριού», χαμογελάει περήφανος. «Η πιο καλή νοικοκυρά. Και μια μαγείρισσα άλλο πράμα! Ξέρεις τι πεθύμησα πιότερο, Χαρά μου, απ’ όλα κείνα τα όμορφα που έφτιανες; Πεθύμησα να φάω τηγανίτες απ’ τα χεράκια σου. Τηγανίτες με τριμμένο τυράκι».
   Νοσταλγική η διάθεσή του, γλυκιά, απ’ αυτές που δεν μπορείς να μην προσέξεις, απ’ αυτές που σε παρασέρνουν και σένα στο διάβα τους.
   «Στάσου να πάω να φτιάξω, καλέ μου» του ψιθυρίζω, «και θα σου φέρω. Περίμενε, ε;». Εκείνος κουνάει αμυδρά το κεφάλι με ευχαρίστηση.
   Του αφήνω το χέρι και σηκώνομαι. Σε μισή ώρα τελειώνει η βάρδια μου. Σκοπεύω να πραγματοποιήσω την επιθυμία του. Ελπίζω να προλάβω…

 (Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου