Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Ο πειρασμός



                                                 


   Είναι μεσημέρι καλοκαιριού, ο ήλιος στέλνει τις πιο καυτές του ακτίνες, ο κόσμος έχει ξεχυθεί στις παραλίες προσπαθώντας να απολαύσει λίγη απ’ τη δροσιά της θάλασσας κι ο Γιάννης… Ο Γιάννης κάθεται αναπαυτικά στο γραφείο του κι αισθάνεται ικανοποιημένος και χαρούμενος.
   Δεν τον νοιάζει καθόλου που δε θα απολαύσει το μπάνιο του ακόμα. Προτιμά τις απογευματινές ώρες, αλλά δεν είναι ο μόνος λόγος. Νιώθει χαρούμενος γιατί επιτέλους βρήκε μια δουλειά. Εκτελεί χρέη ρεσεψιονίστ σε ένα από τα μεγαλύτερα ξενοδοχεία του νησιού. Να ‘ναι καλά ο προκάτοχός του που παράτησε τη θέση, κι έτσι στάθηκε τυχερός. Είναι πολύ δύσκολο να βρει κανείς δουλειά, πόσο μάλλον μέσα σεζόν, κι αυτό τον κάνει να νιώθει ιδιαίτερα τυχερός. Πρώτη μέρα σήμερα κι είχε πολλά να μάθει. Αλλά τα κατάφερε μια χαρά.
   Αυτή η ώρα είναι κενή, οι πελάτες είτε ξεκουράζονται στα δωμάτιά τους είτε λείπουν για μπάνιο. Οι εργοδότες έχουν αποσυρθεί, κι έτσι βρίσκεται μόνος του στο γραφείο στην είσοδο του ξενοδοχείου. Περιεργάζεται το χώρο με την ησυχία του. Μοιάζει με ένα κλασσικό γραφείο. Το τραπέζι με τον υπολογιστή, μερικές καρέκλες, δυο πίνακες στους τοίχους κι ένα φυτό για να ζεσταίνει το χώρο. Η πόρτα του γραφείου μεγάλη, με πρόσβαση στη ρεσεψιόν, για να βλέπει ποιος πηγαινοέρχεται και να πηγαίνει σε όποιον τον καλέσει με το κουδουνάκι.
   Δίπλα ακριβώς από το γραφείο που κάθεται, υπάρχει ένα μεγάλο χρηματοκιβώτιο. Σκέφτεται πως θα έχει μπόλικο χρήμα μέσα, καθώς πρόκειται για μεγάλο ξενοδοχείο και μάλιστα σε φουλ σεζόν. Αχ και να ‘ταν δικό του το ξενοδοχείο! Αχ και να ‘ταν δικός του ο παράς. Αλλά πού τέτοια τύχη. Τα λεφτά πάνε στα λεφτά, δε λένε; Μερικές φορές σκέφτεται με απογοήτευση πως φτωχαδάκι γεννήθηκε, φτωχαδάκι θα πεθάνει. Αλλά δε βαριέσαι! Τουλάχιστον έχει την υγεία του, κι όρεξη για δουλειά.
   Όπως σκύβει να επεξεργαστεί καλύτερα το χρηματοκιβώτιο, παρατηρεί πως η πόρτα του δεν είναι καλά κλειστή. Με το ένα χέρι την ακουμπά και την σπρώχνει ελαφρά. Ξαφνικά, το στόμα του ανοίγει διάπλατα σαν να είδε φάντασμα. Το χρηματοκιβώτιο είναι γεμάτο χρήματα. Ντάνες ολόκληρες από χρήματα. Ανοιγοκλείνει τα μάτια και ξεροκαταπίνει.
   Διάφορες σκέψεις περνούνε αστραπιαία από το μυαλό του. Ένα μυαλό θολωμένο από τη θέα που αντικρίζει. Το χέρι του ασυναίσθητα πλησιάζει τα χαρτονομίσματα. Τα ακουμπά. Ακουμπά μετά και τα παραδίπλα. Και μετά και τα πιο δίπλα. Η χούφτα του ξαφνικά ζεματάει. Την ίδια φλόγα νιώθει και στο μέτωπο, αλλά και στα μάτια. Ποτέ του δεν ξαναείδε τόσα χρήματα μαζεμένα. Ποιος ξέρει πόσα να είναι!
   Άραγε… άραγε θα έπαιρνε κανείς χαμπάρι αν έλειπαν μερικά; Μια χούφτα μόνο θα έπαιρνε. Ίσα –ίσα για να μπαλώσει κάποιες τρύπες. Να πάρει ρουχαλάκια στα ανίψια του, να πάει τη φιλενάδα του στο πιο κυριλέ εστιατόριο της περιοχής (από τότε που τη γνώρισε, την έχει ταράξει στα σουβλάκια), να πληρώσει κάνα –δυο απ’ τα νοίκια που χρωστάει. Τι ωραία που θα ήτανε! Φανταστικά!
   Η καρδιά του χτυπά σε πολύ γοργούς ρυθμούς. Νομίζει πως θα σπάσει. Τι ήταν αυτό που έπαθε σήμερα; Για καλό του συνέβη; Η φωνή της λογικής ξυπνά μέσα του. Ποιος άφησε την πόρτα του χρηματοκιβωτίου ανοικτή; Και κυρίως, για ποιο λόγο; Ακόμα όμως κι αν συνέβη κατά λάθος, ήταν εκείνος ποτέ ικανός για κάτι τέτοιο; Μια ζωή τίμιος, τέρας τιμιότητας για την ακρίβεια, ήταν δυνατό να αλλάξει τώρα; Πώς θα ζήσει με ένα τέτοιο αμάρτημα στο λαιμό του; Πώς θα κλείνει τα μάτια του το βράδυ να κοιμηθεί; Πώς θα ξεγελάσει τη συνείδησή του;
   Ποιος διάβολος, να πάρει η ευχή, βρέθηκε σήμερα στο διάβα του; Τραβά απότομα το χέρι του απ’ τα χρήματα, σαν να τον είχανε κάψει. Κλείνει το χρηματοκιβώτιο με αποφασιστικότητα, κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένα κύμα ανακούφισης τον συνεπήρε.



(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου