Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

Κικιρίκου


   Τον αγαπάω τον Πάολο Κοέλο. Ειδικά εκεί που στα βιβλία του γράφει πως ολόκληρο το σύμπαν συνωμοτεί για να πραγματοποιηθούν οι πιο βαθιές σου επιθυμίες και στόχοι. Κλείνω τα μάτια μερικές φορές και ονειρεύομαι, να μπορούσα να έχω κάποια πράγματα. Αχ και να μπορούσα! Θυμάμαι τα λόγια του και κάπου μέσα μου σιγοκαίει η φλόγα της ελπίδας. Ποτέ δεν ξέρεις!
   Δεν θέλω και πολλά. Ό,τι θέλει ένας μέσος άνθρωπος. Μια καλή δουλειά, ένα σπίτι, ένα καινούριο αυτοκίνητο (γιατί αυτό που έχω σακατεύτηκε από τις πολλές λακκούβες της πόλης και σε λίγο θα το κλαίω). Αχ και να συνωμοτούσε το σύμπαν υπέρ μου!
   Αλλά… Δεν ξέρω αν το έχετε προσέξει κι εσείς, μα σε όλα τα ωραία υπάρχει κι ένα ‘’αλλά’’. Αλλά, λοιπόν, είναι φορές που ξυπνάω το πρωί και νιώθω πως ξαφνικά το σύμπαν έχει συνωμοτήσει… εναντίον μου!
   Δεν καταφέρνω να κλείσω μάτι όλη νύχτα (μη ρωτάτε γιατί, τα γνωστά: λογαριασμοί, εφορία, ενφια, φροντιστήρια, τραπεζοδόσεις, ασφάλειες κλπ). Τα ξημερώματα, αφού έχω χάσει πάσα ελπίδα, με παίρνει ένας βαθύς ύπνος. Ξυπνάω καθυστερημένα γιατί περιέργως το ξυπνητήρι δεν χτύπησε κι αυτό σημαίνει πως για να μην αργήσω στο ραντεβού μου, θα πρέπει να πάω άβαφη κι απεριποίητη και – το σημαντικότερο – χωρίς να πιω καφέ (ωχ!!!). Σηκώνομαι όπως – όπως, φοράω ό,τι να ‘ναι και κατευθύνομαι γρήγορα στο μπάνιο. Αμ δε! Είναι κατειλημμένο κι αυτό σημαίνει πως θα φύγω και άπλυτη!
   Με το ένα χέρι βάζω το κλειδί στην κλειδαριά του αυτοκινήτου και με το άλλο βγάζω την τσίμπλα. Μπουκάρω και πάω να βάλω μπρος. Τίποτα. Το… ζώο βρυχάται. Γυρνώ τη μίζα ξανά και ξανά. Τη στιγμή που ετοιμάζομαι να του τα ψάλλω, παίρνει μπροστά και επιτέλους φεύγω.
   Φτάνω σε διασταύρωση κι έχω στοπ. Κάνω να πατήσω φρένο και μπερδεύεται το παπούτσι μου στο πεντάλ! Για κακή μου τύχη (πόση πια την ίδια μέρα;) εκείνη την ώρα περνά το λεωφορειάκι της αστυνομίας γεμάτο αστυνομικούς (δε λέω, ωραία είναι να πέφτεις πάνω σε ένα τσούρμο νεαρούς, και μάλιστα ένστολους, αλλά όχι με αυτόν τον τρόπο) – για καλή μου τύχη (περιέργως) καταφέρνω να πατήσω το ρημάδι το φρένο τελευταία στιγμή. Κι όσο αυτοί με κοιτάζουν αγριεμένοι, εγώ αναρωτιέμαι μήπως θα βοηθούσε καθόλου αν ήμουν βαμμένη…
   Στρίβω το κεφάλι δεξιά κι αριστερά στο δρόμο για να δω αν μπορώ να περάσω και συνειδητοποιώ ότι αυτή η κίνηση με ζαλίζει. Φτουυυ! Μέσα σε όλα, το αυχενικό μου έλειπε!
   Δεν ξέρω τι φταίει και το ραντεβού  αποτυγχάνει. Γυρνώ πτοημένη σπίτι. Το βρίσκω πλημμυρισμένο, τρύπησε ο θερμοσίφωνας. Αναπτύσσω ισχυρούς δεσμούς με τη σφουγγαρίστρα για κάνα δίωρο.
   Ξεκινώ να φτιάξω φαγητό κι όταν καίγεται (αυτό είχα να το πάθω από τότε που μάθαινα κομπιούτερ!), θέλω να βάλω τα κλάματα.
   Η ώρα πήγε δυόμιση και πρέπει να πάω το παιδί στο φροντιστήριο. Με το που κλείνει την πόρτα του αυτοκινήτου, φωνάζει ΑΝΟΙΞΕ ΤΗΝ! Της είχε μαγκώσει το δάχτυλο! Νοσοκομείο, ακτινογραφία, ορθοπεδικός, χειρούργος.
   Μετά από μία γκρίνια που διαπερνούσε τα τύμπανά μου για ώρα, «γιατί να χάσω το νύχι μου;» (μα γιατί η γη γυρίζει;), και με ένα πονοκέφαλο στα ύψη, αποφασίζω να ξαπλώσω για να καλμάρουν τα νεύρα μου. Την ακριβώς αντίθετη άποψη έχει μια μύγα που αρχίζει να πετά από πάνω μου. Ολόκληρο δωμάτιο, το κεφάλι μου βρήκε;
   Σηκώνομαι στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού για να συνειδητοποιήσω πως τίποτα δεν τέλειωσε. Το τηλέφωνο χτυπά διαδοχικά. Ο μπαμπάς αρρώστησε. Το μηχανάκι χάλασε. Η φιλενάδα χρειάζεται βοήθεια. Τρέχαααα!
   Δεν ξέρω αν φταίει ο νόμος του Μέρφυ (ό,τι μπορεί να πάει στραβά, θα πάει!), ή αν η θεωρία του Κοέλο ενίοτε έχει την αντίθετη εφαρμογή σε μένα, αλλά μερικές φορές θυμάμαι τον Γιώργο Κωνσταντίνου στην ταινία ‘’Ξύπνα Βασίλη’’ και, πραγματικά, θέλω να φωνάξω «Κικιρίκουυυυυ»!

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 13 Οκτωβρίου 2014)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου