Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Οι ρακέτες της ζωής



    «Γιαγιά, γιαγιά, τι είναι αυτά;», με ρώτησε γεμάτος χαρά ο Βασιλάκης.
   Σήκωσα τα μάτια μου από το μεγάλο κουτί που κρατούσα, κουτί γεμάτο αναμνήσεις, και κοίταξα τον δεκάχρονο εγγονό μου. Κρατούσε στα χέρια του ένα ζευγάρι πράσινες ρακέτες και τις κουνούσε στον αέρα λες και χτυπούσε ένα αόρατο μπαλάκι. Ευτυχώς που η αποθήκη ήταν αρκετά μεγάλη, αλλιώς θα μπορούσε να χτυπήσει κάποιο αντικείμενο και να κάνει ζημιά.
   Πάντα του άρεσε να ερχόμαστε εδώ, του άρεσε να ανασκαλεύει τα καταχωνιασμένα πράγματα και να ανακαλύπτει ξεχασμένους αλλά πολύτιμους θησαυρούς. Πολύτιμους για μένα, μιας και αφορούσαν το παρελθόν κι έτσι είχαν συναισθηματική αξία, αλλά και για κείνον διότι κάθε φορά έβρισκε κάτι που του τραβούσε την προσοχή, κάτι που ήθελε να πάρει μαζί του φεύγοντας. Πώς να του χαλάσω λοιπόν το χατίρι, ειδικά αφού δεν τον έβλεπα και συχνά;
   Ο Βασιλάκης κουνούσε ακόμα τις ρακέτες πέρα δώθε κι έβγαζε μικρές βραχνές κραυγές. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ στην όμορφη αυτή εικόνα κι έτσι έσκασα ένα μεγάλο χαμόγελο. Χαμόγελο αγάπης και τρυφεράδας, από αυτά που μόνο οι γιαγιάδες ξέρουν να χαρίζουν.
   «Λοιπόν, θα μου πεις;», με ξαναρώτησε.
   Εστίασα στις ρακέτες με μισόκλειστα μάτια. Φυσικά και θυμόμουν να του πω. Ήταν καλοκαίρι. Περνούσα μπροστά από ένα περίπτερο, όταν παρατήρησα μία συσκευασία από μπύρες, με δώρο αυτές τις ρακέτες. Ήταν τοποθετημένες μέσα σε μία πολύ όμορφη τρυπητή θήκη. Στο πλάι της υπήρχε ένα χερούλι, ενώ επάνω έγραφε τη μάρκα της μπύρας. Μέσα στη θήκη υπήρχε κι ένα πλαστικό μπαλάκι. Ήταν εντυπωσιακό το σύνολο.
    Η χαρά μου ήταν μεγάλη. Πάντα μου άρεσαν τα δωράκια σε διάφορα προϊόντα, πόσο μάλλον αυτό που φαινόταν ιδιαίτερο, κι έτσι όχι μόνο αγόρασα τη συσκευασία αυτή αλλά την άλλη μέρα αγόρασα και μια δεύτερη, οπότε απέκτησα δύο ζευγάρια ρακέτες.
   Στο σπίτι, όταν γύρισα, καμάρωνα γι’ αυτές. Ήταν μια καλή αγορά με ένα καλό και χρήσιμο δώρο. Και μάλιστα εις διπλούν. Λογάριαζα να παίζω ρακέτες κάθε φορά που θα πήγαινα για μπάνιο στη θάλασσα. Φανταζόμουν (με ενθουσιασμό μικρού παιδιού) τον εαυτό μου να παίζει με τις ώρες κάτω από τον ήλιο. Δεν είχα παίξει ποτέ κι όταν παρακολουθούσα άλλους να παίζουν ένιωθα μια κρυφή ζήλεια μέσα μου. Ήθελα κι εγώ να παίξω, να γελάσω, να ζήσω…
   Κι αν κάποτε χαλούσε μία ρακέτα θα είχα να την αντικαταστήσω με άλλη. Τα είχα προβλέψει όλα στο μυαλό μου. Έτσι νόμιζα δηλαδή.
   Περνούσαν οι μέρες, περνούσαν οι μήνες, περνούσαν και τα καλοκαίρια… Αμέτρητα καλοκαίρια να κουβαλώ με πείσμα τις ρακέτες στην τσάντα μου, όμως πάντα κάτι να συμβαίνει και να μην παίζω. Στην αρχή σκεφτόμουν πως δεν πειράζει, ίσως την επόμενη φορά, έχω αρκετό χρόνο μπροστά μου ακόμα. Μα ο χρόνος κυλούσε ασταμάτητα.
   Ένιωθα σιγά – σιγά να εξανεμίζεται η ελπίδα μου και μαζί με αυτή να φεύγει κι η ζωή, σαν νεράκι που είναι αδύνατον να αιχμαλωτίσεις στα δυο σου χέρια. Μετά από αρκετά καλοκαίρια και με τις ελπίδες μου ναυαγισμένες τελείως, καταχώνιασα κάπου τις ρακέτες, να μην τις βλέπω, να μην μου θυμίζουν αυτά που έχασα...
   Ανοιγόκλεισα τα μάτια σαν να ξύπνησα από ένα κακό όνειρο και κοίταξα τον Βασιλάκη, που εξακολουθούσε να χαίρεται με το νέο του εύρημα. Σκέφτηκα ότι κάποιος άλλος – έστω – θα μπορούσε να χαρεί τα καλοκαίρια στη ζωή του. Να παίξει, να γελάσει, να ζήσει… Αποφάσισα, χωρίς δεύτερη σκέψη, να του τις χαρίσω.
   «Είναι ρακέτες», του απάντησα. Και μετά, σιγοψιθυρίζοντας, «Οι ρακέτες της ζωής»…

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 21 Ιουλίου 2014)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου