Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Μία από τους καλύτερους


   Όταν καμιά φορά σκέφτομαι τα μαθητικά μου χρόνια, καταφέρνω να χωρίσω τους καθηγητές μου σε τρεις κατηγορίες. Αυτούς από τους οποίους έχω κακές αναμνήσεις, αυτούς από τους οποίους έχω καλές αναμνήσεις και τέλος από τους καθηγητές που απλά έμπαιναν στην τάξη, έκαναν μάθημα κι έφευγαν ήσυχα κι αθόρυβα. Γι’ αυτούς δεν έχω κάτι σημαντικό να θυμηθώ. Γι’ αυτούς που μου άφησαν άσχημες αναμνήσεις δεν θέλω να θυμάμαι τίποτα γιατί εξακολουθώ να συγχύζομαι, ειδικά όταν σκέφτομαι ότι η συμπεριφορά ενός καθηγητή μπορεί εντέλει να καθορίσει τις επιλογές και τη μετέπειτα ζωή του μαθητή του. Κι έτσι, με μεγάλη χαρά, καταλήγω στις όμορφες αναμνήσεις και σε αυτούς που τις δημιούργησαν. Κι είναι αλήθεια, ότι μερικοί καθηγητές καταφέρνουν με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους να αφήνουν το αποτύπωμά τους στη ζωή των μαθητών τους.
   Μία τέτοια ιδιαίτερη καθηγήτρια ήταν και η κυρία Σ.
   Θυμάμαι ακόμα την πρώτη μέρα που μπήκα στα εργαστήρια, στο μάθημά της. Είχαμε μακρόστενους πάγκους, τέσσερεις όλους κι όλους. Εγώ είχα επιλέξει μια θέση πίσω - πίσω.
   Πρώτη ώρα, με τις τσίμπλες ακόμα στα μάτια και αγουροξυπνημένοι, εγώ ακουμπούσα ρέμπελα την πλάτη στον τοίχο, μπαίνει η κ. Σ. στην τάξη, κάθεται στην έδρα, τακτοποιεί τα χαρτιά της και γυρνάει το βλέμμα στην τάξη, απ’ άκρη σ’ άκρη. Ξάφνου εστιάζει σε μένα. Με ρωτάει: «Εσύ εκεί πίσω. Κοιμάσαι;». Πάγωσα.
   Ήμουν ένα παιδί που απεχθανόταν να τραβάει τα βλέμματα. Κι έτσι, σχεδόν κανείς καθηγητής δεν με πρόσεχε και δεν ασχολιόταν μαζί μου. Με άφηναν απλά στην ησυχία μου…
   …Κι εκείνη μόλις με είχε κάνει ρεζίλι στην τάξη! Κι ακόμα δεν είχε πει καλημέρα, ακόμα δεν είχε συστηθεί!
   «Όχι…» ψέλλισα τρέμοντας κι ευχόμενη να στραφεί αλλού η προσοχή της. Ο Θεός όμως εκείνο το πρωινό είχε σημαντικότερα πράγματα να κάνει – ευτυχώς – κι έτσι δεν άκουσε την ευχή μου.
   «Για έλα εδώ μπροστά» με διατάζει κι αναγκαστικά βρέθηκα στην πρώτη θέση, ακριβώς μπροστά στην έδρα, νιώθοντας σαν παίκτης στο παιχνίδι με τα φιδάκια που πατάς ένα στο τέλος του παιχνιδιού και ξάφνου, γλιστρώντας, βρίσκεσαι στην αρχή.
   Δεν χρειάζεται να πω πολλά για την αρχή της γνωριμίας μας. Ήμουν θυμωμένη, άκουγα το όνομά της κι έβγαζα σπυράκια. Ακούς εκεί να μου πει τέτοιο πράγμα! Και δεν έφτανε αυτό, στα πρώτα της μαθήματα με έβγαζε συνεχώς να πω το μάθημα και μάλιστα ολόκληρο! Πώς της κάθισα στο μάτι, δεν κατάλαβα.
   Πείσμωσα. Άρχισα να διαβάζω εντατικά, για να της αποδείξω… δεν ξέρω ούτε εγώ τι. Σιγά – σιγά, άρχισε να μου αρέσει η προσοχή της, αυτή η εμμονή της μαζί μου. Πρώτη φορά με πρόσεχαν έτσι… Ένιωθα σαν να με είχε πάρει υπό την προστασία της. Κι όταν έβλεπα την ευχαρίστησή της κάθε φορά που έλεγα μάθημα, χαιρόμουν περισσότερο.
   Θυμάμαι ακόμα την ημέρα που δώσαμε τα χέρια με ένα βλέμμα… Με σήκωσε για μάθημα. Στα μισά με διέκοψε επίτηδες για να με μπερδέψει, ρώτησε κάτι, απάντησα, κι έπειτα ζήτησε να συνεχίσω. Με ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο κι ελαφρώς ειρωνική διάθεση, γιατί πίστεψα πως ήρθε η στιγμή να πάρω το αίμα μου πίσω, ρώτησα: «Από την αρχή ή από κει που σταμάτησα;». Αχ, εκείνη τη στιγμή το βλέμμα της! Τρυφερό, γεμάτο αγάπη και αποδοχή για μια μαθήτρια που ελάχιστο χρόνο ήξερε. Κάτι έσπασε μέσα μου. Πώς μπορούσε κανείς να την αντιπαθήσει; «Από κει που σταμάτησες», είπε χαμογελώντας ζεστά και το χαμόγελο αυτό μεγάλωσε περισσότερο όταν συνέχισα χωρίς λάθος.
   Πήρα είκοσι στο μάθημά της κι ήταν ο καλύτερος βαθμός που είχα ποτέ. Πιθανότατα ήμουν η καλύτερη μαθήτριά της – κατά περίεργο τρόπο (τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο) εκείνη με είχε δημιουργήσει, με είχε πλάσει, όπως πρέπει να κάνει ένας εκπαιδευτικός. Και η κ. Σ. υπήρξε μία από τους καλύτερους που είχα ποτέ.

(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 19 Ιανουαρίου 2015)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου