Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Ανθρώπινες φιγούρες



   Μου αρέσει να κοιτώ έξω από το παράθυρο. Μπορώ να αντικρίσω το μεγαλείο της φύσης, με τις βροχές, τη συννεφιά, τον λαμπερό ήλιο, και να αγαλλιάσει η ψυχή μου. Ειδικά με κείνο το μπλε του ουρανού, σε όλες του τις αποχρώσεις. Το μυαλό ταξιδεύει, αφήνεται σαν πουλί που το σπρώχνει ο άνεμος. Κι είναι τόσο σημαντικό το ταξίδι αυτό, αυτή η ολιγόλεπτη φυγή από την καθημερινότητα, γιατί ξεμπλοκάρω, βλέπω με άλλο μάτι τα πράγματα, πιο ανάλαφρα αλλά και πιο ουσιαστικά.
   Άλλες φορές πάλι κοιτάζω τα αντικρινά σπίτια, παρατηρώ τα παράθυρα, τα φυτά στα μπαλκόνια, τους ανθρώπους που κατοικούν εκεί και κάνω εικασίες για τη ζωή τους, έτσι, για να εξασκήσω τη φαντασία μου όπως έκανα παιδί.
   Υπάρχει κι ένας ηλικιωμένος κύριος στο διαμέρισμα του τέταρτου ορόφου της απέναντι πολυκατοικίας, για τον οποίο δεν κάνω σχεδόν καμία εικασία. Ξέρω – τα βασικά τουλάχιστον.
   Τον βλέπω καθημερινά να μπαινοβγαίνει, λίγο καμπουριασμένος κι αργός απ’ το πέρασμα του χρόνου, αλλά αξιοπρεπής, περιποιημένος και πάντα με τις λεπτές κινήσεις που χαρακτηρίζουν έναν κύριο. Άλλες φορές είναι μόνος, κουβαλώντας μια τσάντα με ψωμί ή άλλα ψώνια, κι άλλες φορές κουβαλώντας ή σπρώχνοντας ένα αναπηρικό καροτσάκι.
   Δεν γνωρίζω αν η σύζυγός του είχε κάποιο πρόβλημα εκ γενετής ή το απέκτησε μετά. Η γειτονιά, που συνήθως τα γνωρίζει όλα, πιάστηκε αδιάβαστη. Τον παρατηρώ να την κατεβάζει από τα σκαλιά με την απόλυτη προσοχή που χρήζει η περίσταση. Μετά, αν έχει κρύο, της κουμπώνει τη ζακέτα και καμιά φορά περνάει τα δάχτυλά του απ’ τα μαλλιά της, για να στρώσει ένα τσουλούφι που δραπέτευσε. Την προσέχει λες και είναι νιόπαντροι. Αλλά δεν είναι.
    Καμιά φορά τον βλέπω στο μπαλκόνι, να ποτίζει τις γλάστρες του ή να το σκουπίζει, και μάλιστα με τέτοια προσοχή και δεξιοτεχνία που είναι ασυνήθιστη για άνδρα. Στο τέλος, κάθεται σε μια καρέκλα και καπνίζει ένα τσιγάρο με βλέμμα απλανές. Μου θυμίζει εμένα και τις ώρες που χαζεύω έξω απ’ το παράθυρο, ποθώντας να ταξιδέψει ο νους μου, να ξεφύγει… Ποιες σκέψεις άραγε βασανίζουν το δικό του μυαλό;
   Τις προάλλες τον πέτυχα στον φούρνο της γειτονιάς. Είχε πάει απ’ το σχολείο να πάρει το εγγονάκι του και μετά, μαζί με ένα τσούρμο συμμαθητών, πήγαν στο φούρνο και τους αγόρασε σοκολάτες. «Όλα εγγονάκια μου είστε», τον άκουσα να λέει καλόκαρδα και μου έκανε εντύπωση η αγάπη στα λόγια του.
   Το ίδιο απόγευμα επιχείρησα να μάθω κάτι παραπάνω γι’ αυτόν, από μια κουτσομπόλα γειτόνισσα που έτυχε να συναντήσω στην εκκλησία. Ώρες – ώρες είναι χρήσιμες κι αυτές. Μου είπε λοιπόν ότι εκείνος, μια στο τόσο, πηγαίνει στην εκκλησία και αφήνει τσάντες με πράγματα για τις άπορες οικογένειες της γειτονιάς. Μάλιστα μια φορά επισκέφτηκε το σπίτι κάποιων φτωχών, που έκαναν έκκληση για βοήθεια στην τηλεόραση, κι άφησε το κατιτίς του, όχι πολλά, γιατί δεν είναι εύπορος, απεναντίας, αλλά έχουν να λένε για τη φιλανθρωπία του.
   Συνεχίζω να τον παρατηρώ, κάθε φορά που τυχαίνει να τον βλέπω από ψηλά, σαν αθέατος θεατής στιγμών της καθημερινότητάς του. Το βλέμμα μου τον ακολουθεί μέχρι που χάνεται, τον ακολουθεί σαν να τον συντροφεύει, σαν να τον αγκαλιάζει. Σχεδόν όπως αγκαλιάζει εκείνος τη γυναίκα του, το εγγόνι του, τον κόσμο γύρω του.

  «Οι πιο ωραίοι άνθρωποι που ξέρουμε είναι εκείνοι που έχουν γνωρίσει την ήττα στη ζωή τους, που έχουν υποφέρει, που έχουν αισθανθεί την απώλεια, και που έχουν βρει την έξοδο απ’ αυτά τα βάθη.
Αυτοί οι άνθρωποι έχουν ευγνωμοσύνη, έχουν ευαισθησία, και καταλαβαίνουν ποια είναι η ζωή εκείνη που σε γεμίζει ευσπλαχνία, τρυφερότητα, βαθειά αγάπη και σε κάνει να νοιάζεσαι.
Οι ωραίοι άνθρωποι δεν προκύπτουν απλώς». –
Elisabeth Kubler-Ross.

(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 12 Ιανουαρίου 2015)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου