Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Όταν θα θέλω να σου μιλήσω...



   Έσκυψα κάτω απ’ το μπαλκόνι, σαν να ‘θελα να αγγίξω τη θάλασσα. Την κοίταξα επίμονα. Σήμερα ήταν αλλιώτικη. Το κύμα της διαφορετικό, θυμωμένο, δεν ερωτοτροπούσε πια με τα βότσαλα της ακρογιαλιάς, ήταν σαν να ‘χε αρχίσει μια μάχη μαζί τους. Η άμμος είχε τραπεί σε άτακτη οπισθοχώρηση αφήνοντας, πού και πού, ίχνη από το πέρασμά της. Ο αέρας είχε δυναμώσει. Μέσα στην ησυχία του μεσημεριού, οι ριπές του ακούγονταν σαν ριπές από πολυβόλα.
   Αναστέναξα. Αυτό μόνο μπορούσα εκείνη την ώρα. Μάζεψα τα κομμάτια μου και ξαναμπήκα στο σπίτι. Το μικρό δωματιάκι με περίμενε. Με περίμενε κι ο παππούς. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι, έσερνε τα μάτια του με αγωνία κι αναστάτωση. Λάμψανε μόλις με είδε. Τον πλησίασα. Τις τελευταίες ημέρες απέφευγα το βλέμμα του. Το απέφευγα όσο τίποτα άλλο στη ζωή μου. Ήτανε σαν να με ρωτούσε, κι εγώ δεν είχα τίποτα να του απαντήσω. Τίποτα απ’ αυτά που ήλπιζε ν’ ακούσει, δηλαδή. Όσο γι’ αυτό που φοβόμασταν, το αναπόφευκτο, το είχα κλωτσήσει στο βάθος του μυαλού μου και το αγνοούσα πεισματικά. Κάτι που δε βλέπεις, δεν υπάρχει. Έτσι παραμύθιαζα τον εαυτό μου.
  Σήμερα όμως, ειδικά σήμερα, δεν ξέρω γιατί, δεν μπορούσα να αποφύγω τα μάτια του. Με τραβούσαν σαν μαγνήτης, με βύθιζαν στο βυθό τους και με έπνιγαν. Κι όμως, δεν μπορούσα να αντισταθώ. Είχα παραλύσει. Συνέχιζα να τα κοιτώ, να βυθίζομαι, να πνίγομαι. Είχα παραδοθεί…
   Τον πλησίασα κι άλλο. Έκανε να ανασηκωθεί μα δεν τα κατάφερε. Αποτόλμησε να σηκώσει το χέρι να πιάσει το δικό μου. Έτρεμε. Του έπιασα το χέρι με ένα παράξενο φόβο πως θα καώ. Κάτι τέτοιες ώρες, στραγγίζει η δύναμη μέσα μας. Την αντικαθιστά ο φόβος. Πελώριος, αλλά γελοίος. Γελοίος, αλλά πελώριος…
   Πήγε να μου μιλήσει, αλλά φωνή δεν έβγαινε από το στόμα του. Μετά βίας μισάνοιξαν τα χείλη του. Μια σύσπαση του προσώπου, ένα συνοφρύωμα κι απ’ τα μάτια του κύλησε ένα δάκρυ. Είχε καταλάβει. Κι εκείνη τη στιγμή ήταν ανόητο να προσποιούμαστε πια. Είναι το τέλος; Είναι το τέλος… Τα υγρά του μάτια μου μιλούσαν. Μου είπαν πως μ’ αγαπά, να μη στενοχωριέμαι, έτσι είναι η ζωή, έτσι κι ο θάνατος. Μου είπαν πως βασίζεται πάνω μου, να κάνω όλα αυτά που πρέπει για τη γιαγιά μου. Του είπα πως τον αγαπώ, να μη στενοχωριέται, να φύγει ήσυχος. Τα λόγια μου μετέφερε ένα δάκρυ…
   Κι ύστερα τα μάτια του σφράγισαν. Δε θα τα ξανάβλεπα πια…
   Η ψυχή του φτερούγισε, όπως τα χελιδόνια που φεύγουν βιαστικά πριν τα πιάσει ο χειμώνας.
   Έμεινα να τον κοιτώ. Για λίγο. Για το καλό ταξίδι. Σηκώθηκα και βγήκα απ’ το δωμάτιο. Δεν άντεχα άλλο. Ήθελα να τον θυμάμαι αλλιώς. Όπως ήταν πραγματικά ο παππούς μου. Στα καλά του. Λεβέντης. Όμορφος. Γενναίος. Κουβαρντάς. Γελούσε και τρανταζόταν ο ντουνιάς. Μέσα στην αυλή του να περιποιείται τα λουλούδια του – τη μία του αγάπη –, και μέσα στη βάρκα του να ψαρεύει – τη δεύτερή του αγάπη.
   Μόνο όταν πήγαμε μαζί για ψάρεμα κατάλαβα τη λατρεία του για τη θάλασσα. Θυμάμαι ήταν μπουνάτσα. Εκείνος, κοιτούσε την ηρεμία του νερού και γαλήνευε. Εγώ, με την πετονιά στο χέρι, περίμενα να τσιμπήσει κι αναρωτιόμουν γιατί έκανα την ανοησία να πάω μαζί του αντί να παίξω με τους φίλους μου. Ώσπου ένιωσα την πετονιά να τραβάει. Άρχισα να φωνάζω σαν τρελή. «Ψάρι!» Όταν το ανεβάσαμε πάνω είδαμε πως ήτανε δέκα κιλά! Χαρά απερίγραπτη! Πώς κορδωνόμουν στην επιστροφή!
   Ο παππούς έγραψε τη δική του ιστορία, σε μια από τις μεγαλύτερες σελίδες της ζωής μου…

   …Κρατούσα ένα όμορφο τριαντάφυλλο. Κόκκινο, σαν την αγάπη. Το έριξα απαλά στο στέρνο του παππού. «Όταν θα θέλω να σου μιλήσω, θα έρχομαι στη θάλασσα». Σαν να μου χαμογέλασε…

(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 28 Απριλίου 2014)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου