Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Αν δε ζητήσεις δε θα πάρεις



   Η ώρα είναι έξι το πρωί. Κρατώντας τον καφέ στο ένα χέρι και στο άλλο μια φέτα ψωμί με βούτυρο και μαρμελάδα φράουλα, που έφτιαξε η ίδια, κοιτάζει στο ημερολόγιό της τη σημερινή ημέρα που είναι κυκλωμένη με κόκκινο στυλό, για να επισημάνει τη σημαντικότητά της. Δεκαπέντε Φεβρουαρίου. Διαβάζει τις σημειώσεις της: δουλειά 7-3 μμ, παιδιά (να τα πάρει από τον παιδικό σταθμό), σούπερ μάρκετ, 5μμ παιδίατρος, 5.30 μμ σύλλογος εργαζομένων εργοστασίου ΜΠΕΤΑΝ, 7μμ σύλλογος ενεργών πολιτών Κολοπετινίτσας, 9μμ συνάντηση με το σχήμα ΄΄ταρατατάμ΄΄ για τις αποκριάτικες εκδηλώσεις της πόλης.
   Ακόμα δεν ξύπνησε και την πιάνει πονοκέφαλος. Πώς θα τα προλάβει όλα αυτά; Καταπίνει με το ζόρι την τελευταία της μπουκιά. Ξανακοιτάζει το πρόγραμμα να δει αν μπορεί να αφαιρέσει κάτι. Είναι αδύνατον να τα προλάβει όλα αυτά μόνη της. Μετά λύπης όμως διαπιστώνει πως είναι όλα σημαντικά, δεν μπορεί να ακυρώσει αλλά ούτε να αναβάλλει κανένα.
   Ακόμα δεν ξύπνησε και την πιάνει απογοήτευση. Τι κρίμα να μην έχει βοήθεια από πουθενά… Το αίσθημα ευθύνης που κουβαλά μέσα της, από τα γεννοφάσκια, τη γονατίζει. Αν προτείνει στο σύζυγό της να αναλάβει κάτι, είναι σίγουρη πως εκείνος θα το παίξει άρρωστος ή κουρασμένος ή πολύ απασχολημένος με τα δικά του. Ποτέ δεν φάνηκε να τον ενδιαφέρει κάτι, ποτέ δεν πρότεινε από μόνος του να μοιραστεί τα οικογενειακά βάρη ή τις άλλες υποχρεώσεις τους με κείνη.
   Όχι, δεν πρόκειται για κανέναν αχαΐρευτο ή ακαμάτη. Φέρνει χρήματα στο σπίτι, δεν πίνει, δεν χαρτοπαίζει, δεν είναι γυναικάς. Τι άλλο θα μπορούσε να θέλει μια γυναίκα; Ίσως, τολμά να σκεφτεί, ίσως κάποιον που να ρωτάει πώς πέρασες τη μέρα σου και αν χρειάζεσαι κάποια βοήθεια. Ζητούσε πολλά;
   Ακόμα δεν ξύπνησε και την πιάνει θυμός. Ένας μεγάλος θυμός, για το σύζυγό της φυσικά. ΄΄Τον άτιμο, δεν κάνει ποτέ τίποτα, μόνο ο εαυτούλης του τον ενδιαφέρει, εγώ τρέχω παντού και γίνομαι χίλια κομμάτια!΄΄ Και μιας κι είναι τόσο θυμωμένη, αρχίζει να θυμάται όλα όσα έκανε αλλά κι όσα δεν έκανε ο σύζυγος κατά το παρελθόν. ΄΄ Μια φορά να έρθει στον παιδίατρο δεν μπορεί, τα σκυλιά του ξέρει να τα τρέχει συνέχεια στον κτηνίατρο! Αμ, το σούπερ μάρκετ; Πού το βάζεις αυτό; Μου έχει φύγει η μέση να τα κουβαλάω συνέχεια εγώ! Και μια βόλτα δε με έχει πάει να ξεσκάσω κι εγώ λιγάκι! Και όταν είναι να πάμε επίσκεψη στους γονείς μου εκείνος βρίσκει δικαιολογίες για να μην έρθει, αλλά ο έξυπνος τους δικούς του γονείς όλο στο σπίτι μας τους φέρνει!΄΄
   Οι σκέψεις είναι τόσο εκκωφαντικά ηχηρές που κάποια στιγμή πιάνει τον εαυτό της να παραμιλάει. Αυτό που επιθυμεί, όσο τραβηγμένο κι αν ακούγεται, είναι να αρχίσει να του φωνάζει, να τον κατηγορήσει, να πει τα παράπονά της, όλα όσα την ενοχλούν αλλά ποτέ δεν μίλησε γι’ αυτά, να ξεσπάσει. Τόσο πολύ θέλει να ξεφορτώσει από μέσα της αυτά που τη βαραίνουν.
   Ακούει θόρυβο και σε λίγο βλέπει το σύζυγό της να μπαίνει στην κουζίνα. Ανοίγει το στόμα έτοιμη να του βάλει τις φωνές, αλλά ευτυχώς η φωνή της λογικής τη συγκρατεί. Θυμάται μια φράση που διάβασε κάποτε σε ένα βιβλίο του Τζον Γκρέυ, ΄΄Αν δε ζητήσεις δε θα πάρεις΄΄. Παίρνει βαθιά ανάσα για να καλμάρει τα νεύρα της, του εξηγεί το σημερινό της φορτωμένο πρόγραμμα και καταλήγει «Αν υπήρχε άλλος τρόπος δεν θα στο ζητούσα. Όμως δεν γίνεται αλλιώς, πρέπει να με βοηθήσεις, να πας τα παιδιά στον παιδίατρο το απόγευμα».
   Είναι σίγουρη πως ο άντρας της θα αρνηθεί, ίσως να της βάλει ακόμα και τις φωνές. Αρχίζει να φουντώνει πάλι, ώσπου ακούει την απάντησή του.
   «Εντάξει».

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 2 Ιουνίου 2014)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου