Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Όχι άλλα “περίμενε”…



   Πότε - πότε ρίχνει κλεφτές ματιές προς τα πίσω, προς το παρελθόν της. Κλεφτές, γιατί φοβάται αυτά που θα δει. Γιατί ξέρει τι θα δει. Μερικές φορές δεν είναι μόνο το άγνωστο που μας προκαλεί το φόβο. Είναι και το γνωστό, που δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε ευθέως, με τα μάτια καρφωμένα πάνω του, γενναία κι αποφασιστικά. Ίσως γιατί γνωρίζουμε πως κάποιες φορές κάπου κάναμε λάθος. Κι αυτό είναι κάτι που δύσκολα το δεχόμαστε. Συχνά, δύσκολα και το παραδεχόμαστε.
   Η επιθυμία της αυτή να ξανακοιτάξει καταστάσεις και βιώματα της ζωής της είναι ασίγαστη, από αυτές που έχουμε όταν θέλουμε να δούμε κάτι ξανά και ξανά μέχρι να βρούμε -- οπωσδήποτε – το μάθημα που κρύβει. Γιατί κάτι μας τρώει, μας απασχολεί αλλά και μας ενοχλεί για καιρό, οπότε δεν θα ησυχάσουμε ώσπου να το ανακαλύψουμε. Κι αν μερικές φορές έχουμε απλά την υποψία για το σημείο που σφάλαμε ή που μας πείραξε, τότε το ψάχνουμε απλά για να βεβαιωθούμε.
   Ρίχνει τις κλεφτές ματιές της λοιπόν, σε διάφορα σημεία του νήματος της ζωής της, και μία λέξη της έρχεται συνεχώς στο μυαλό. Περίμενε…
   Το σκέφτεται. Πραγματικά, αν έπρεπε με μία λέξη να περιγράψει τη ζωή της, αυτή θα ήταν «περίμενε». Η ζωή της όλη ένα «περίμενε»…
   Δεν μπορεί να μη νιώσει πληγωμένη. Δεν μπορεί να μην πονέσει, καθώς τα σκαλίζει και τα αναμασάει η σκέψη.
   Από παιδάκι ακόμη περίμενε.
   Περίμενε με ανυπομονησία πότε θα γυρίσει ο πατέρας από τα καράβια. Σημείωνε τις μέρες που περνούσαν σε ένα μπλοκάκι και η κάθε μέρα που έσβηνε, τον έφερνε όλο και πιο κοντά.
   Περίμενε πότε θα μπορούσε να αγοράσει καινούρια παπούτσια, μιας και αυτά που είχε είχαν τρυπήσει πια. Πέντε παιδιά στην οικογένεια όμως καθυστερούσαν τη σειρά της.
   Περίμενε τον Αϊ Βασίλη επί πολλά χρόνια. Ίσως την επόμενη χρονιά, ή τη μεθεπόμενη, να της έφερνε την κούκλα που ονειρευόταν.
   Όταν τελείωσε το σχολείο, περίμενε δυο χρόνια ώστε να μπορέσει, δουλεύοντας, να εξασφαλίσει το ποσόν που χρειαζόταν για να σπουδάσει, αφού τα οικονομικά της οικογένειας δεν επέτρεπαν κάτι τέτοιο.
   Περίμενε πώς και πώς να τελειώσει τις σπουδές για να πιάσει μια κανονική δουλειά, με την οποία θα μπορούσε να κινείται πιο άνετα και να έχει μια δραχμή παραπάνω στην τσέπη. Αλλά όταν με το καλό τελείωσε, προέκυψε ένας γάμος και δυο παιδιά, που την κράτησαν αρκετά χρόνια μακριά από το όνειρό της.
   Όχι, δεν έκανε κανένα κακό γάμο – ήταν αρκετά ευτυχισμένη. Ούτε με τα παιδιά είχε πρόβλημα. Τα υπεραγαπούσε κι εκείνα της ανταπέδιδαν την αγάπη της σε κάθε ευκαιρία – ήταν καλά παιδιά. Είναι που μέσα της σιγόκαιγε ακόμα το όνειρο – μια δουλειά δική της, ένας μισθός δικός της, η ανυπομονησία και η έξαψη στην ιδέα της πραγματοποίησης του στόχου της – και δεν την άφηνε να απολαύσει στο έπακρο τη ζωή της, ενίοτε την εκνεύριζε κιόλας.
   Πολλές φορές σκέφτηκε πως ήταν ώρα να βγει στην αγορά εργασίας. Τα παιδιά είχαν μεγαλώσει λίγο, καταλάβαιναν πια, μπορούσαν να ανταπεξέλθουν μόνα τους λίγες ώρες αν χρειαζόταν. Μα όλο και κάτι προέκυπτε και το καθυστερούσε ακόμα λίγο. Το να είσαι γονιός δεν είναι εύκολο πράγμα, πολλά προκύπτουν που απαιτούν χρόνο και θυσίες. Υπήρξαν μάλιστα στιγμές που ένιωθε πως η ζωή της ήταν σαν ένας αγώνας δρόμου, στον οποίο εκείνη είχε ξεμείνει στην εκκίνηση.
   Ακόμα και χρόνια αργότερα, ακόμα κι αφότου είχε πιάσει δουλειά, αυτό το “περίμενε” της ζωής της την ενοχλούσε αφάνταστα.
   Έριξε μια τελευταία ματιά στην οθόνη του υπολογιστή της, στο εισιτήριο της αεροπορικής εταιρείας που μόλις είχε κάνει κράτηση.
   «Είσαι σίγουρος πως δεν θέλεις να πάμε διακοπές τα Χριστούγεννα;», ρώτησε τον άντρα της. Κι όταν εκείνος της είπε πως καλύτερα να περιμένουν το καλοκαίρι, πάτησε «Επιβεβαίωση».
   Όχι άλλα περίμενε

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 15 Δεκεμβρίου 2014)
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου