Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Με τα μάτια της ψυχής



Κοιτάζω τα παραπεμπτικά που έχω μπροστά μου. Πέντε αιμοληψίες στο δωμάτιο 5. Η καρδιά μου σφίγγεται. Ξέρω πως μόλις οι ασθενείς με αντικρίσουν, θα αρχίσουν τα παράπονα. ΄΄Γιατί με ταλαιπωρείτε έτσι;΄΄ , ΄΄Πάλι αίμα θα μου πάρετε σήμερα;΄΄ , ΄΄Αφήστε με στον πόνο μου, αφήστε με να πεθάνω!΄΄.
Χιλιοειπωμένα λόγια, που όμως βουίζουν στ’ αυτιά μου τυραννικά και με ακολουθούν μέχρι το βράδυ που θα κλείσω τα μάτια μου, προσπαθώντας να ξεχάσω για λίγο όλον αυτόν τον ανθρώπινο πόνο… Αλλά δεν μπορώ. Με αγγίζει, όπως με αγγίζουν τα ρούχα που φορώ. Μόνο που ο πόνος αφήνει ανεξίτηλα τα σημάδια του πάνω μου…
Παίρνω βαθιά ανάσα. Δεν ξέρω πού βρίσκω τη δύναμη, αλλά ξαφνικά χαμογελώ. Ένα πλατύ χαμόγελο, ικανό ν’ αγκαλιάσει όλον τον κόσμο. Και προχωρώ…
Πέντε ασθενείς. Πέντε γυναίκες ασθενείς, στρέφουν τη ματιά τους πάνω μου. Τις κοιτώ στα μάτια και για μια φευγαλέα στιγμή νιώθω έτοιμη να το βάλω στα πόδια. Όλη η λύπη και η απελπισία τους με τρυπά σαν βελόνα! Το οξυγόνο που αναπνέω, μυρίζει απόγνωση…
Και πάλι δεν ξέρω πού βρίσκω τη δύναμη, αλλά από τα χείλη μου βγαίνει η πιο ζεστή καλημέρα. Με κοιτούν καχύποπτα την ώρα που εγώ τους μιλώ για το πόσο ωραία είναι η μέρα σήμερα. Στρέφουν το βλέμμα προς το παράθυρο και μετά πάλι σε μένα. Αυτή τη φορά χαμογελούν…
΄΄Σήμερα δε θα αφήσω καμιά παραπονεμένη΄΄, τους λέω. ΄΄Θα πάρω αιματάκι από όλες΄΄. Και γελώ. Γελάνε κι αυτές, αλλά ακόμη διακρίνω μέσα τους το φόβο…
Σταματώ στην πρώτη ασθενή, μια γριούλα γύρω στα εβδομήντα, και της μιλώ σαν να ήταν η δική μου γιαγιά.
΄΄Υποφέρω…΄΄, μου λέει. ΄΄Τη φοβάμαι τη βελόνα…΄΄
΄΄Ε, όχι δα!΄΄, της απαντώ. ΄΄Εμείς είμαστε γυναίκες! Έχουμε γεννήσει! Δεν μας τρομάζει ένα τόσο μικρό τσιμπιματάκι.΄΄
Χαμογελά με περηφάνια. Σίγουρα ο νους της πέταξε στα παιδιά της. Μου απλώνει το χέρι χωρίς δεύτερη κουβέντα.
΄΄Άμα φοβόμαστε εμείς οι γυναίκες, τι να πούνε και οι άνδρες!΄΄, συνεχίζω, και με ύφος συνωμοτικό ρωτώ: ΄΄Δεν πιστεύω να υπάρχουν άνδρες στο δωμάτιο;΄΄
΄΄Όχι!΄΄, απαντούν όλες με μια φωνή, κρεμάμενες από τα χείλη μου.
΄΄Οι άνδρες φοβούνται. Όχι όλοι, οι πιο πολλοί. Ενώ εμείς είμαστε από τη φύση μας δυνατές και γενναίες!΄΄, τις ενθαρρύνω.
Γελάνε και πάλι, αυτή τη φορά με θάρρος.
Τελειώνοντας τις πέντε αιμοληψίες, έκανα να βγω απ’ το δωμάτιο.
΄΄Να ‘σαι καλά κορίτσι μου. Και ο Θεός μαζί σου΄΄, είπε η μία κυρία.
Ένα κύμα συγκίνησης και περηφάνιας με τύλιξε. Ήξερε άραγε πόση δύναμη μου έδωσε αυτή η κουβέντα της;
΄΄Ευχαριστώ΄΄, της απάντησα με έμφαση, κοιτώντας την ίσια στα μάτια. Μια γέφυρα επικοινωνίας στήθηκε ανάμεσά μας εκείνη τη στιγμή, μέσα από αυτήν την οπτική επαφή. Είδα την ψυχή της κι είδε τη δική μου. Ένα ρίγος με διαπέρασε…
Ήταν ένας διάλογος χωρίς λέξεις… Κι αυτοί οι διάλογοι είναι που συνήθως ΄΄λένε΄΄ τα πάντα, που συνήθως ΄΄λένε΄΄ τις αλήθειες, όσο καλά κρυμμένες κι αν είναι…

(Δημοσιεύθηκε στον Σαμιακό Τύπο,1/10/07, με τον τίτλο ''Ανθρώπινες Στιγμές'').


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου