Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Για μια αγαπημένη φίλη που έφυγε νωρίς…



   Με χαμόγελο ξεκίνησε η μέρα σήμερα, όπως πάντα σχεδόν. Με χαμόγελο προχώρησε ως το μεσημέρι. Κι από κείνη την ώρα συνέχισε με δάκρυα που με αναστάτωσαν, με έπνιξαν, με ξενύχτισαν… Και η πίκρα του επόμενου πρωινού… Η πίκρα που μένει, σαν το κατακάθι από ξεχασμένο καφέ, μετά από θυμό, φόβο, στενοχώρια - διαδοχικών συναισθημάτων που σε κατακλύζουν ξαφνικά. Σαν να άνοιξε μια πόρτα που δεν περίμενες και να ‘δες το αποτρόπαιο πρόσωπο της ζωής. Σοκάρεσαι. Όταν πια συνειδητοποιείς πως τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Όταν πια συνειδητοποιείς το πόσο αδύναμος είσαι.
   Σήμερα έμαθα για μια αγαπημένη φίλη μου…
   Μια κυρία με πλησίασε και μου έδωσε δυο σωληνάρια με αίμα. Δεν τη γνώρισα – φορούσε μαντήλι, στα μαλλιά αλλά και το πρόσωπο. Έφυγε. Πήγα να κάνω την καταχώρηση του ονόματος στον υπολογιστή. Είδα το όνομα. Παραξενεύτηκα. Καμιά φορά ο εγκέφαλος αργεί να πάρει στροφές. Ή δεν θέλει… Αρνείται πεισματικά να δεχτεί την αλήθεια.
   Αυτό που δεν μπορούσε να ομολογήσει η λογική,  μου το ψιθύρισαν άλλοι. Στ’ αυτί. Έτσι, γιατί αυτά τα πράγματα δεν τα λες δυνατά. Φοβάσαι. Φοβάσαι μην σ’ ακούσουν και σε πλησιάσουν και σένα τον ίδιο. Καμιά φορά δεν τα ψιθυρίζεις κιόλας. Τα λες με νοήματα. Ακόμα καλύτερα. Αν δεν τα ονοματίσεις, είναι σαν να μην υπάρχουν. Σαν να εξορκίζεις το κακό.
   Δεν κατάφερα να κάνω την καταχώρηση του ονόματος. Πώς θα μπορούσα άλλωστε; Τα μάτια μου άρχισαν να θολώνουν, άρχισαν να γεμίζουν με δάκρυα. Το έβαλα στα πόδια, ζητώντας ένα βιαστικό συγνώμη από τους συναδέλφους μου, κι όπου φύγει – φύγει.
   Στο φευγιό μου απάνω, συνάντησα έναν κοινό φίλο. Έπεσα στην αγκαλιά του χωρίς σκέψη, όπως τότε που ήμασταν νέοι και εκδηλωνόμασταν πιο εύκολα, πιο αυθόρμητα, κι όχι όπως επιβάλλει η ηλικία μας πια ή οι κανόνες του συχνά ψυχρού καθωσπρεπισμού.
   «Την είδα», του είπα και συνέχισε ποτάμι το δάκρυ.
   Μια αγκαλιά, ένας παρήγορος λόγος από μεριάς του. Τι να μου κάνουν όμως; Ξέρω… Κι αυτή η γνώση πονά. Και δώσ’ του το κλάμα, μέχρι να στερέψει το δάκρυ από τα μάτια. Αλλά ποτέ δεν στερεύει το δάκρυ από την ψυχή. Γιατί αυτός ο πόνος δε φεύγει, μένει για πάντα εκεί.
   Κι όσο οι αναμνήσεις με κατέκλυζαν, όσο η μορφή της ερχόταν διαρκώς στο μυαλό μου, μέσα από διάφορες πανέμορφες κοινές στιγμές της ζωής μας, στιγμές συζητήσεων αλλά και ξέφρενης τρέλας, τόσο εγώ πλάνταζα στο κλάμα. Με παράπονο. Γιατί ήταν μία γυναίκα καταπληκτική, γεμάτη δύναμη και ζωή. Μία γυναίκα η οποία εν αγνοία της με δίδαξε τόσα και τόσα στην εφηβική μας ηλικία. Πάντα χαμογελαστή και πάντα ικανή να ξεπερνά και το παραμικρό εμπόδιο. Μια γυναίκα που θαύμαζα απ’ όταν ήταν παιδί.
   Ο λιγοστός κόσμος στο προαύλιο με κοιτούσε με περιέργεια. Μια γυναίκα με ιατρική ποδιά να κλαίει απαρηγόρητη δεν είναι συχνό θέαμα. «Κλαίνε κι αυτοί;», θ’ αναρωτιούνται. Ναι, κλαίνε κι αυτοί. Ειδικά αυτοί…
   Να ‘μαι λοιπόν εδώ, αντί να παρηγορώ να με παρηγορούνε… Δειλή κι αδύναμη… Όταν την ξαναδώ, θα καταφέρω να της δώσω κουράγιο ή θα μου δώσει εκείνη τελικά;, αναρωτιέμαι μέσα στα αναφιλητά μου. Θα τολμήσω να την πάρω αγκαλιά και να της εξομολογηθώ «Αγαπημένη μου, γενναία φίλη των παιδικών μου χρόνων, σ’ αγαπώ! Πάντα σ’ αγαπούσα!», ή θα το αναβάλλω για μια άλλη φορά, χωρίς να σκεφτώ πως ίσως δεν έρθει ποτέ πια αυτή η επόμενη φορά;…

(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 2 Φεβρουαρίου 2015)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου