Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Μια ιστορία - Τρεις οπτικές γωνίες - Α μέρος



   Σκληρός άνθρωπος η κυρά Κάκια. Παγερή και αγέλαστη γυναίκα. Θα έλεγε κανείς πως στη θέση της καρδιάς υπήρχε πέτρα. Δεν έλεγε ποτέ «καλημέρα», ούτε ρώταγε ποτέ «τι κάνεις;», παρά όταν σε έβλεπε άρχιζε να γκρινιάζει, να κατηγορεί και πολλές φορές - τα τελευταία χρόνια ειδικά - να αναθεματίζει. Τι της έφταιγε; Ίσως ούτε εκείνη δεν ήξερε πραγματικά.
   Γεννήθηκε σε δύσκολους καιρούς, έζησε έναν πόλεμο και πείνα. Ζωή στερημένη. Πολλά αδέλφια, που σκορπίσανε προσπαθώντας να βρούνε μια καλύτερη μοίρα. Έφυγε κι αυτή στα ξένα. Παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια, αλλά κι εκεί πάσχιζαν να δούνε ένα χαμόγελο στα χείλη της.
   Τα παιδιά της μεγάλωσαν με σκυμμένο κεφάλι, με φόβο, με την απειλή της τιμωρίας και του ξύλου να αιωρείται πάνω απ’ τα κεφάλια τους – ήξεραν καλά πως αν θύμωνε μπορούσε ακόμα και να εκσφενδονίσει καρέκλες εναντίον τους. Παρόλα αυτά, ή ίσως και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να την κρατούν ευχαριστημένη. Συνήθως όμως αυτό έμοιαζε ακατόρθωτο.
   Μάταια προσπαθούσε ο σύζυγος να της καλμάρει τα νεύρα τις λίγες ώρες που βρισκόταν σπίτι. Εκείνη επέμενε στο δικό της, ήταν ισχυρογνώμων και δεν έκανε πίσω με τίποτα. Έτσι, κατά κάποιον τρόπο, ανακουφιζόταν που οι ώρες εργασίας του εκεί στην ξενιτιά ήταν παραπάνω από τις κανονικές. Έφευγε όμως απ’ το σπίτι με κρύα καρδιά, γνωρίζοντας πως αφήνει τα αγαπημένα του παιδιά στο έλεός της.
   Οι μόνες φορές που την έβλεπε κανείς με μια υποψία χαμόγελου στα χείλη, ήταν όταν μιλούσε για τα παιδικά της χρόνια. «Στερημένα, έλεγε, αλλά ήμασταν όλοι μαζί κι αγαπημένοι». Περιέγραφε τις βόλτες της στα κτήματα, το μοναδικό πηγάδι της περιοχής που τα έκανε τόσο καρποφόρα, τα παιχνίδια με τα αδέλφια της γύρω από τα δέντρα - αυτά που είχε φυτέψει ο πολυαγαπημένος της πατέρας -, το κυνηγητό με τις 2 κατσίκες και τις κοτούλες. Ο νους της ταξίδευε, η ψυχή της γαλήνευε κι εκείνες ακριβώς τις στιγμές θαρρούσες πως ήταν άγγελος. Μετρημένες αυτές οι φορές βέβαια και πάντα κρατούσαν λίγο, αλλά αρκετές για να βγάλει κανείς το συμπέρασμα πως η κυρά Κάκια θα έδινε τα πάντα προκειμένου να μείνει σε όλη της τη ζωή ένα παιδί – αν ήταν αυτό ποτέ δυνατόν.
   Τα χρόνια περάσανε γρήγορα κατά τη συνήθειά τους, αν και γι’ αυτούς που ζούσανε σε αυτό το σπίτι έμοιαζαν ατελείωτα. Ο σύζυγος λύγισε από την κούραση και τη στενοχώρια κι ‘’έφυγε’’ νωρίς. Τον έκλαψαν μόνο τα παιδιά του. Εκείνη, πιο παγερή κι απ’ τον νεκρό, ετοίμασε το σπίτι για την κηδεία με απόλυτη ψυχραιμία σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, κανόνισε τα διαδικαστικά και δεν την είδε κανείς να χύνει ούτε δάκρυ. Τα παιδιά ενηλικιώθηκαν και λάκισαν από το σπίτι, σαν αιχμαλωτισμένα ζώα που βρήκαν επιτέλους την πόρτα της φυλακής τους ανοικτή. Ούτε μια στιγμή δεν κοίταξαν πίσω τους πια, αλλά πώς μπορούσε να τους κατηγορήσει κανείς γι’ αυτό! Ακούστηκε κάποια στιγμή πως είχαν επιστρέψει στην πατρίδα των γονιών τους. Τόσο μακριά από κείνη γύρευαν να πάνε…
   Όταν έφτασε η ώρα που η κυρά Κάκια δεν μπορούσε πια να αυτοεξυπηρετηθεί, το τμήμα Πρόνοιας της περιοχής την έβαλε σε έναν οίκο ευγηρίας. Ήταν πάντα αμίλητη, με βλέμμα απλανές και κανείς δεν ήξερε να πει με σιγουριά αν επικοινωνούσε με το περιβάλλον.
   Κανείς δεν την επισκέφτηκε στα 5 έτη που παρέμεινε εκεί παρά μόνο ο γιος της, στο τέλος. Ακούστηκε πως τα στερνά της λόγια ήταν: «Οι υπόλοιποι επισκέπτες χαμογελούν… Εσύ γιατί αγέλαστος, γιε μου;» και για αρκετά χρόνια μετά ο κόσμος, σχολιάζοντας το περιστατικό, παρομοίαζε το γήρας με τη βρεφική/παιδική ηλικία: στα τελευταία της ζωής όλοι ανεξαιρέτως αποζητούν την αγάπη, το χάδι, ένα χαμόγελο - ακριβώς όπως ένα μικρό παιδί…

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 8 Σεπτεμβρίου 2014)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου