Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Μια ιστορία - Τρεις οπτικές γωνίες - Γ μέρος

                        
   Εκείνο το τηλεφώνημα τον είχε ταράξει πραγματικά. Δεν θυμόταν τον εαυτό του ποτέ τόσο ταραγμένο. Ταραγμένο και φοβισμένο συνάμα σαν μικρό παιδί, όπως τότε, πολλά χρόνια πριν, στο πατρικό σπίτι.     
   Πόσο καιρό πολεμούσε να ξεχάσει εκείνα τα χρόνια! Να τα διαγράψει από τη μνήμη του σαν να μην υπήρξαν ποτέ! Ένας πόλεμος με τον ίδιο του τον εαυτό. Τριγυρνούσε σαν ανήμερο θηρίο, όλα του έφταιγαν και χρειάστηκε πραγματικά πολύς καιρός για να κατορθώσει να βρει λίγη γαλήνη. Μια γαλήνη που ένιωθε πως του είχαν κλέψει. Και μάλιστα από μια τόσο τρυφερή ηλικία.
   Έφυγε όσο πιο μακριά μπορούσε από το σπίτι όταν ενηλικιώθηκε κι έριξε μαύρη πέτρα πίσω. Δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν, ούτε στον πιο κολλητό φίλο, για όσα είχε ζήσει εκεί, για την ακραία αυστηρότητα της μάνας του, τις φωνές, τις τιμωρίες. Σαν να μην είχε καρδιά εκείνη η γυναίκα, σαν να μην ήταν μάνα…
   Δεν είχε ομολογήσει ούτε αποδεχτεί ποτέ τη στέρηση των ευτυχισμένων παιδικών χρόνων που θα έπρεπε να έχει ζήσει, που θα έπρεπε να ζει κάθε παιδί. Όταν καμιά φορά του ερχόταν στο νου, παρά τη θέλησή του, κάποια ανάμνηση, τον έπιανε ανατριχίλα.
   Ακόμα κι όταν η αδελφή του (η μόνη με την οποία είχε διατηρήσει επαφές) προσπαθούσε να ανοίξει συζήτηση για αυτό το θέμα, εκείνος την έκοβε θυμωμένα. Δεν χρειαζόταν να συζητήσουν, ούτε να αναλύσουν τίποτα. Ήταν απόλυτος.
   Τον πόνο κατόρθωνε να απαλύνει μόνο η σκέψη του πατέρα του, αλλά κι αυτό για λίγο. Δεν μπορούσε ακόμα να καταλάβει πώς ένας τόσο πράος και τρυφερός άνθρωπος άφηνε τα παιδιά του ανυπεράσπιστα στο έλεός της. Δεν μπορούσε να καταλάβει, αλλά ούτε και το προσπαθούσε καν.
   Όταν έγινε ο ίδιος πατέρας, έδωσε στα παιδιά του όλη την αγάπη που είχε κι ακόμα παραπάνω. Από ένστικτο, κι όχι επειδή ήξερε, τα φρόντιζε στοργικά, τους μιλούσε με μια φωνή σαν χάδι και δεν τους χαλούσε χατίρι. Δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να νιώσουν όπως εκείνος κάποτε. Κι αν τυχόν η γυναίκα του τολμούσε καμιά φορά να τα μαλώσει, γινόταν μάχη κι εκείνος έβγαινε πάντα νικητής.
   Πότε – πότε τα κοιτούσε στα μάτια κι έβλεπε μέσα τους τον εαυτό του. Έβλεπε το πληγωμένο αγόρι των αθώων χρόνων. Έβλεπε και την αδελφή του με τα συνεχώς θλιμμένα μάτια. Τότε, έστρεφε αλλού το βλέμμα κι έσφιγγε τα δόντια και τις γροθιές του. Όχι, δεν έπρεπε να λυγίσει. Μόνο, φευγαλέα, αναρωτιόταν με παράπονο (το ίδιο παράπονο που είχε μικρός) πώς ήταν δυνατόν ένας γονιός να φέρεται σκληρά στα αγγελούδια του, πώς άντεχε η καρδιά του να τους στερεί τόσα πράγματα.
   Κι όμως, δεν είναι πολλά αυτά που πραγματικά έχει ανάγκη ένα παιδί, αυτά που είχε ανάγκη κι εκείνος. Ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα τρυφερό χάδι…
   Εκείνο το τηλεφώνημα τον είχε ταράξει πραγματικά πολύ. Τόσα χρόνια είχε απωθήσει, με πείσμα, στο βάθος του μυαλού του ό,τι τον είχε πικράνει μικρό. Με την ίδια σκληρότητα της μητέρας, έδιωξε κάθε σκέψη της, αγνόησε την ύπαρξή της και δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για το τι κάνει. Ποτέ, ως τώρα.
   Θες γιατί ο ρόλος του ως πατέρα είχε μαλακώσει την καρδιά του (κι ας μην το είχε καταλάβει), θες ο χρόνος που γιατρεύει τα πάντα, θες γιατί η ψυχή του γύρευε να αλαφρύνει απ’ αυτό το φορτίο, θες γιατί στην είδηση του αναμενόμενου θανάτου της αποφάσισε να της δώσει μια  τελευταία ευκαιρία, θες γιατί το πληγωμένο αγόρι μέσα του περίμενε ακόμα την αγάπη της – μάνα ήταν αυτή –, πάντως, όταν την επισκέφτηκε κι είδε τα δάκρυά της να κυλούν ασταμάτητα, όταν την άκουσε να τον αποκαλεί «γιε μου» κι όταν είδε τα χέρια της να τον καλούν, έπεσε στην αγκαλιά της χωρίς δεύτερη σκέψη...

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 22 Σεπτεμβρίου 2014)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου