Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Τι κρύβει το μέλλον…


  Είναι περίεργο το πώς τα φέρνει η ζωή σε κάποιους ανθρώπους. Ακόμα πιο περίεργο φαίνεται σε τρίτους, που κατά καιρούς γίνονται αυτόπτες μάρτυρες της πορείας της ζωής αυτών των ανθρώπων.
   Κοιτούσα την Κάτια να περνά, αγκαζέ με έναν άνδρα, από μπροστά μου και ταυτόχρονα τσιμπούσα τον εαυτό μου για να δω αν ονειρεύομαι. Όταν σιγουρεύτηκα πως ήμουν ξυπνητή, άρχισα να τρίβω τα μάτια, μήπως δεν έβλεπα καλά κι όταν κατάλαβα πως έβλεπα μια χαρά, προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου πως έκανε λάθος. Μάταια όμως. Δεν έκανα. Ήταν από τις φορές εκείνες που επιθυμούμε, όσο τίποτα άλλο, να διαψεύσουμε ένα γεγονός γιατί δεν θέλουμε να το πιστέψουμε, το αρνούμαστε με όλη τη δύναμη της ύπαρξής μας…
   Την Κάτια την γνώρισα όταν ήμουν 16 χρόνων. Ένα καλοκαίρι από αυτά τα αξέχαστα της ζωής μας, πάνω στην τρέλα της νιότης μας, που ό,τι κάνουμε, εν αγνοία μας, τυπώνεται στο βάθος του μυαλού μας για να βγει πάλι στην επιφάνεια κάπου τότε στη μέση ηλικία που αναρωτιόμαστε για το νόημα της ζωής και για το αν, άραγε, ζήσαμε τη δική μας. Κι ευτυχώς, συνήθως, την έχουμε ζήσει.
   Ήταν φίλη φίλης. Ένα πλάσμα μικροκαμωμένο, κάτι παραπάνω από αδύνατο, με γυαλιά και λίγο στραβά μάτια, ξεθωριασμένα και στραβοκουρεμένα μαλλιά, πεταχτά δόντια. Το στυλ που συνήθως αποφεύγουν όλοι, ειδικά όταν βρίσκονται στη σκληρή, παρότι ωραία, εφηβεία.
   Ήμουν ένα παιδί γεμάτο καλοσύνη και φιλότιμο κι ένα από τα πράγματα που θυμάμαι για τον εαυτό μου, είναι πως ήμουν υποστηρίκτρια όλων των αδυνάμων. Ίσως γιατί κάποια στιγμή νωρίτερα ένιωσα κι εγώ αδύναμη κι ήξερα την άσχημη αίσθησή του. Ίσως πάλι γιατί, όπως έλεγε περήφανα ο μπαμπάς μου, είχα κληρονομήσει όλα τα χαρίσματα του παππού μου. Όπως και να ‘χει, για του λόγου το αληθές, στα 12 μου χρόνια τα “έφτιαξα” (δηλαδή, όπως συνέβαινε τότε, του επέτρεπα να μου πιάνει το χέρι) με ένα αγόρι γιατί ήταν ο κοντύτερος της τάξης (τον περνούσαμε όλοι ένα κεφάλι) και δεν μου άρεσε που τον κορόιδευαν όλοι. Μετά; Κανείς τσιμουδιά. Πώς λοιπόν να αγνοήσω την Κάτια;…
   Ήταν ένα πολύ όμορφο καλοκαίρι γεμάτο διασκέδαση και ξεγνοιασιά, βόλτες και άφθονο χορό. Χορό μέχρι να τσακιστούν τα πόδια και να μην τα νιώθεις την επόμενη μέρα. Η Κάτια με ακολουθούσε σχεδόν κάθε μέρα – ή ίσως να ακολουθούσα εγώ αυτήν. Κι ήταν τόσο ωραίο να βλέπεις έναν άνθρωπο επιτέλους να χαμογελά!
   Θυμάμαι ότι έχω ακόμη, σε κάποιο άλμπουμ μου, μια φωτογραφία που είμαστε οι δυο μας. Είχε τραβηχτεί στην αυλή μιας παραθαλάσσιας ντισκοτέκ και ο φακός μας αποτύπωσε αγκαλιασμένες. Είναι μάλιστα από τις φωτογραφίες στις οποίες στέκομαι, καμιά φορά, περισσότερο από τις άλλες, για να αφήσω τη φαντασία μου να πλάσει ιστορίες, πώς και πού να είναι τώρα αυτός ο άνθρωπος, πώς να είναι άραγε τώρα αυτή η τοποθεσία κλπ. Ποτέ όμως η φαντασία μου δεν έκρυβε τόσο άσχημες εκπλήξεις…
   Αυτό το πισωγύρισμα στο χρόνο, είκοσι περίπου χρόνια πίσω, συνέβη άθελά μου την ώρα που την κοιτούσα να με προσπερνά. Συνέβη και – περίεργο πράγμα –  ήταν σαν να με χαστούκιζε.
   Γιατί είδα μια Κάτια ρακένδυτη. Μια Κάτια να παραπατάει – ποιος ξέρει τι είχε πιει ή πάρει… Το γέλιο της αποκρουστικό, βγαλμένο θαρρείς από ταινία θρίλερ. Η κατάσταση του άνδρα στα ίδια επίπεδα. Φάνταζαν σαν να ακουμπά ο ένας πάνω στον άλλον για να μην πέσουν. Έμοιαζαν τόσο με… Όχι, δεν θα την πω αυτή τη λέξη. Όχι η Κάτια, όχι!, αρνούμουν να το δεχτώ.
   Σήκωσα το χέρι κι έκανα να την φωνάξω «Κάτια, εγώ είμαι, η Μαρία!» μα φωνή δεν έβγαινε. Το χέρι έπεσε άτονα στο πλάι. Έμεινα να την κοιτάζω μέχρι που χάθηκε απ’ τα μάτια μου…

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 5 Ιανουαρίου 2015)
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου