Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Η καραμέλα



   Η Βάσω στέκεται μπροστά στο περίπτερο. Περιμένει να της δώσει ο περιπτεράς το ρέστα από το εικοσάευρω που του έδωσε. Το βλέμμα της παίζει αφηρημένο μπροστά της, στον πάγκο με τις τσίχλες και τις σοκολάτες. Ανακαλύπτει ένα ανοιχτό χάρτινο κουτί γεμάτο με καραμέλες. Αυτήν την παλιά μάρκα με το διάφανο περιτύλιγμα. Πιάνει μία με το χέρι και τη στριφογυρίζει στα δάχτυλά της. Αυτή η σκηνή κάτι της θυμίζει.
   Κλείνει τα μάτια για δευτερόλεπτα. Θυμάται. Θυμάται σκηνές από τα παιδικά της χρόνια και τις επισκέψεις της στο χωριό. Θυμάται τη λαχτάρα της κάθε φορά να περάσει από το ψιλικατζίδικο της θείας Μίνας. Μόλις η θεία έβλεπε τη Βασούλα (τότε όλοι την αποκαλούσαν έτσι) στην είσοδο του μαγαζιού, σηκωνόταν όλο χαρά να την αγκαλιάσει και να τη σταυροφιλήσει. Το χαμόγελό της έκανε τον κύκλο του κεφαλιού 10 φορές. Έτσι της φαινότανε της Βασούλας, πως τόσο μεγάλο ήτανε. Και δε σωνότανε ποτέ, μήτε στα καλά, μήτε στα άσχημα. Καλόκαρδη, φιλότιμη, φιλόξενη, αγαπημένη, χίλιες φορές αγαπημένη.
   Το δεύτερο που αγαπούσε στη θεία, εκτός από το χαμόγελο, ήταν η φωνή της. Γλυκιά, νοσταλγική, ήρεμη, την άκουγε και ένιωθε γαλήνη, μια απίστευτη γαλήνη να την τυλίγει, ένας καθησυχασμός πως όλα ήταν καλά. Ασφάλεια. Ασφάλεια και στην αγκαλιά της. Τα μαύρα ρούχα της, που ποτέ δεν αποχωριζόταν,  ουδέποτε φόβισαν τη Βασούλα, γιατί η ύπαρξή της ήταν πολύ φωτεινή.
   Μετά τη θερμή υποδοχή, θυμάται, η θεία την έπαιρνε απ’ το χέρι και την τραβούσε μες το μαγαζί. «Έλα, διάλεξε», της έλεγε, «πάρε ό,τι σ’ αρέσει». Και της έδειχνε έναν πάγκο γεμάτο καραμέλες και τσίχλες. Τα μάτια της Βασούλας χόρευαν από το ένα πακετάκι στο άλλο, μέχρι να αποφασίσει τι να διαλέξει. Η επιλογή ήταν πράγματι δύσκολη.
   Άλλες φορές, της έχωνε μέσα στα χεράκια μια γκοφρέτα ή ένα σακούλι γαριδάκια. Και το πρόσωπο της Βασούλας έλαμπε από ευτυχία. Πολλές φορές δίσταζε να τα φάει αμέσως. Προτιμούσε να τα κρατάει στο χέρι και να σκέφτεται ΄΄έχω΄΄, γιατί η γευστική απόλαυση κρατούσε λίγο ενώ η χαρά της κατοχής περισσότερο.
   Αγαπημένη θεία Μίνα… Δοτική κι ας μην της περίσσευαν. Με απίστευτη προθυμία να μοιραστεί τα λίγα που είχε. Μερικές φορές η Βάσω ένιωθε πως την αγαπούσε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον κι οι λιγοστές στιγμές που την έβλεπε ήταν πολύ σημαντικές για κείνη. Τόση δύναμη είχε το χαμόγελό της, τόση ζεστασιά η φωνή κι η αγκαλιά της. Τόσο πολύτιμα και τα δώρα της. Ήταν βέβαια κι άλλες οι εποχές, και σπάνια δινόταν η δυνατότητα σε ένα παιδί να γευτεί αυτές τις λιχουδιές, αλλά η καραμέλα που κρατούσε στο χέρι φεύγοντας, ή η τσιχλίτσα, ήταν για τη Βασούλα θησαυρός, μια αγκαλιά χρυσάφι. Γιατί είχε δοθεί με αγάπη…
   Η Βάσω, που έπαψε από καιρό να είναι Βασούλα – γιατί έτσι είναι η ζωή, μεγαλώνουμε, και πολλές φορές ξεχνάμε – κρατά στη θύμησή της εδώ και χρόνια αυτές τις σημαντικές στιγμές, με το ίδιο πείσμα που κρατά τώρα στα χέρια της αυτήν την καραμέλα. Παίρνει τα ρέστα από τον περιπτερά, αφήνει μερικά ψιλά για την καραμέλα, μιας και της είναι δύσκολο να την αποχωριστεί, και απομακρύνεται θλιμμένη. Θλιμμένη, γιατί σκέφτεται πόσο σπάνια πια συναντάμε ανθρώπους σαν τη θεία Μίνα. Πόσο σπάνια πια μοιραζόμαστε τέτοια συναισθήματα. Πόσο σπάνια πια εκτιμάμε ορισμένα πράγματα/καταστάσεις που υπάρχουν στη ζωή μας.
   Τι να φταίει;…
Ίσως, τα τελευταία χρόνια να αποκτήσαμε περισσότερα από αυτά που μπορούσαμε να αντέξουμε… Ίσως, μέσα στο χρόνο να χάθηκαν κάποιες αξίες, να χαθήκαμε κι εμείς…

(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 3 Μαρτίου 2014)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου