Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Η απορία της Βασούλας



   Η Βασούλα πηγαινοερχόταν με ανυπομονησία μέσα στο πλοίο της γραμμής. Ήτανε τέτοια η χαρά της που θα αντίκριζε ξανά, μετά από χρόνια, το πολυαγαπημένο της νησί, που δεν μπορούσε να κάτσει στιγμή σε ησυχία. Έβγαινε στο κατάστρωμα και κοιτούσε το πέλαγος και τους γλάρους που ακολουθούσαν την πορεία τους. Το καράβι άφηνε τα σημάδια του διασχίζοντας τη θάλασσα, μικρά κυματάκια που σε λίγη ώρα εξαφανίζονταν από το μάτι. Προσπαθούσε να διακρίνει από μακριά κάποιο ίχνος στεριάς, σημάδι ότι πλησίαζαν σε κάποιο λιμάνι.
   Όταν με το καλό αντίκρισε τελικά το λιμάνι του νησιού της, της ήρθε η ακατανίκητη επιθυμία να αρχίσει να φωνάζει όπως τότε που πήγαιναν τις σχολικές εκδρομές:  «Φτά – φτα – φτάσαμε!».
   Δεν θα την περίμενε κανείς. Όλοι οι δικοί της είχανε μετακομίσει στην Αθήνα. Μοναδικός μάρτυρας ότι κάποτε έζησε εκεί η οικογένειά της, για αρκετά χρόνια μάλιστα, ήτανε το πατρογονικό της σπίτι. Μεγάλο, επιβλητικό, αλλά και έρημο – απομεινάριο κάποιας άλλης εποχής.  Μιας εποχής όμως χαρούμενης, ξένοιαστης, ευτυχισμένης.
   Αυτός ήταν και ο λόγος που ήθελε τόσο να επιστρέψει. Για να ζήσει πάλι, έστω και για λίγο, την αίγλη εκείνων των χρόνων. Να ξαναθυμηθεί τις ευτυχισμένες στιγμές στο αγαπημένο τους σπίτι, την υπέροχη παραλία όπου την πήγαινε ο πατέρας της για μπάνιο όταν ήταν μικρούλα, τους δρόμους του νησιού που καμία σχέση δεν έχουν με το άγριο μπάζωμα της Αθήνας, τη φύση – το νησί της ήταν το πιο πράσινο του Αιγαίου!
   Με μεγάλη απογοήτευση, κατεβαίνοντας από το πλοίο, ανακάλυψε πως δεν υπήρχαν λεωφορεία για την πόλη. Η απόσταση βέβαια ήταν μικρή, αλλά κουραστική όταν σέρνεις μαζί και μια βαλίτσα. Αποφάσισε όμως πως δεν θα άφηνε τίποτα να της χαλάσει το κέφι κι ότι θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί αυτήν την αναποδιά. Έτσι, ξεκίνησε με τα πόδια, με σκοπό να κάνει ταυτόχρονα και την πρώτη της βόλτα μέσα στην πόλη - ακόμα και σέρνοντας τη βαλίτσα.
   Είχε αλλάξει. Δεν την θυμόταν έτσι την πόλη της. Όσο κι αν η μνήμη ξεγελά μετά από χρόνια, όσο κι αν τα ωραία χρόνια μας τα μυθοποιούμε (τόσο τέλεια τα αποθηκεύουμε στην άκρη του μυαλού μας), σίγουρα η πόλη της είχε χάσει την ομορφιά της.
   Το βλέμμα της σκυθρώπιασε με αυτά που αντίκρισε. Μια πλατεία ξερή, σχεδόν χωρίς ίχνος πράσινου. Δρόμοι σκαμμένοι και γεμάτοι τρύπες, σε όλη τη διαδρομή που ακολούθησε – πότε και πώς θα διορθωθεί όλη αυτή η καταστροφή; Παρατημένα παλιά αυτοκίνητα να κραυγάζουν την απαξίωση του τόπου. Κτίρια ετοιμόρροπα, να υπομένουν καμπουριασμένα και γεμάτα ντροπή τα περίεργα βλέμματα των περαστικών.
   Η Βασούλα αναρωτήθηκε: «Μα καλά, δεν ξέρουν ότι αυτή η εικόνα της πόλης είναι η χειρότερη διαφήμιση για το νησί;  Δεν ξέρουν πως είναι ό,τι χειρότερο για την ψυχολογία των κατοίκων της;».
   Είδε κι άλλα, όπως πεταμένα σκουπίδια καταγής – ήταν πραγματικά μια βρώμικη πόλη – και παρκαρισμένα αυτοκίνητα άναρχα και σε σημεία που δεν επιτρεπόταν. Και τώρα αναρωτήθηκε: «Μα καλά, δεν ξέρουν οι κάτοικοι τι πρέπει να κάνουν για να έχουν μια όμορφη πόλη;».
   Ξαφνικά θυμήθηκε, όταν ήταν μικρή κι έκανε σκανταλιές (σπάνιες φορές που όμως έμειναν στη μνήμη της χαραγμένες), τον πατέρα της που την έπιανε από τα μαλλιά και την τραβολογούσε πέρα δώθε.
   «Βασούλα, παιδί μου, τι έπρεπε να κάνεις τώρα;», τη ρωτούσε αυστηρά με κείνη τη βροντερή φωνή του, που την έκανε να κατουριέται πάνω της.
   Κι εκείνη, φοβισμένη, του απαντούσε διστακτικά.
   Ο πατέρας την άκουγε προσεκτικά κι όταν εκείνη τελείωνε, της έκανε άλλη μία ερώτηση: «Αφού το ξέρεις, γιατί δεν το κάνεις;».
   Κατά βάθος όλοι γνωρίζουν το σωστό. Η δική της συμπεριφορά μπορούσε να δικαιολογηθεί - ήταν παιδί. Των συντοπιτών της;
   Κι έτσι της ήρθε η επιθυμία να τους ρωτήσει έναν – έναν: «Αφού το ξέρεις, γιατί δεν το κάνεις;».

(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 10 Νοεμβρίου 2014)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου