Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Άδειες ώρες…

                 

    Μέσα από το παραθύρι της κουζίνας κι ενόσω έπλενε τα πιάτα, χάζευε το γαλάζιο του ουρανού και το βαθύ μπλε της θάλασσας. Πόσο αγαπούσε αυτό το χρώμα! Δεν γινόταν κι αλλιώς, μ’ αυτό είχε μεγαλώσει από μικρή στο όμορφο νησί της - το μπλε σε όλες του τις αποχρώσεις. Κι αυτό είχε συνηθίσει να κοιτά, για να ξεχνιέται και να ηρεμεί τις τρικυμίες της ψυχής της.
   Ξέπλυνε το τελευταίο πιάτο και το έβαλε στη θήκη. Σκούπισε τα χέρια πάνω στην ποδιά. Όλα μηχανικά – το μπλε την μαγνήτιζε ακόμα. Παρακολούθησε ένα γλάρο να απομακρύνεται. Σαν γλάρος και το μυαλό της πέταξε μακριά, στα παιδιά της. Σπούδαζαν και τα δυο. Ο γιος είχε φύγει πριν ένα χρόνο. Την κόρη την αποχαιρέτησε πριν από τρεις μήνες, τρεις μήνες που της φάνηκαν αιώνας.
   Το σπίτι σίγασε σαν να είχε πένθος. Απόλυτη ησυχία. Δεν ερχόταν κανείς, το τηλέφωνο πεισματικά σιωπούσε εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Ο σύζυγος τις περισσότερες ώρες έλειπε στη δουλειά ή στο καφενείο. Κι εκείνη; Εκείνη τριγυρνούσε σαν φάντασμα από δωμάτιο σε δωμάτιο, ανασκαλεύοντας αναμνήσεις και αποζητώντας με λαχτάρα τα παιδιά της.
   Όταν έφυγε ο Μιχάλης, είχε στεναχωρηθεί. Είναι βέβαια χαρά να καταφέρνουν να σπουδάσουν τα παιδιά, αλλά ο αποχωρισμός είναι πάντα δύσκολος, ειδικά τον πρώτο καιρό. Είχε όμως ακόμα τη Γεωργία. Για ένα χρόνο ακόμα μόνο, αλλά την είχε. Έριξε λοιπόν όλη την προσοχή σε κείνη, όλη την αγάπη της και τη φροντίδα. Μα τι τα θες; Ήρθε η ώρα που έπρεπε να φύγει κι η κόρη της. Όσο κι αν πόναγε η καρδιά της μάνας, έτσι έπρεπε να γίνει.
   Αναστέναξε. Ένας αργόσυρτος αναστεναγμός, βγαλμένος μέσα από το βαθύτερο σημείο του είναι της. Τόσα χρόνια μέσα στο σπίτι, με μόνη έννοια να είναι καλή σύζυγος και καλή μάνα. Να είναι εκεί όταν πρέπει, ώστε να μην τους λείψει τίποτα. Να ανήκει στην οικογένειά της. Τώρα που η οικογένεια σκόρπισε, εκείνη ένιωθε πως δεν ανήκε πουθενά, πως δεν είχε κανένα σκοπό, καμιά χρησιμότητα… Κι αυτό την έκανε να νιώθει έξω από τα νερά της, έξω από τη ρουτίνα της.
    Αναστέναξε και πάλι. Αυτή τη φορά χαμήλωσε το βλέμμα. Αυτοί οι τρεις μαρτυρικοί μήνες, οι μήνες σιωπής, της έδωσαν παρόλα αυτά την ευκαιρία να σκεφτεί. Αν δεν ήθελε να γυρνάει στο σπίτι σαν χαμένη για κάμποσα χρόνια, έπρεπε να βρει κάτι να κάνει, να απασχολήσει το μυαλό της και να γεμίσει το χρόνο της. Αλλά τι;
   Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας και άνοιξε την εφημερίδα. Ήταν ό,τι έπρεπε για να της αποσπάσει την προσοχή για λίγη ώρα. Την ξεφύλλιζε αργά – αργά, διαβάζοντας για τα νέα του νησιού. Τα έργα που γίνονταν, τους γάμους που πραγματοποιήθηκαν, την κηδεία της κυρά Αθανασίας – Θεός σχωρέστην. Ύγρανε το δάχτυλο στα χείλη και άλλαξε σελίδα. Κι εκεί το είδε.
   Μια αγγελία για ίδρυση συλλόγου εθελοντριών κυριών του νησιού. Σκοπός να βοηθήσουν και να προβάλλουν τον τόπο τους με διάφορα μέσα, διοργανώνοντας χορούς, εκθέσεις, δράσεις καθαριότητας κλπ.
   Χαμογέλασε μετά από καιρό. Ίσως να ήταν αυτό που έψαχνε. Καλά λένε λοιπόν πως μόνο όταν είσαι έτοιμος εμφανίζεται μπροστά σου αυτό που χρειάζεσαι, σκέφτηκε, ανακουφισμένη για την απόφαση που πήρε να γεμίσει τις άδειες ώρες της. Φαντάστηκε τον εαυτό της στο σύλλογο. Θα μπορούσε πραγματικά να προσφέρει, μαγείρευε άριστα, ήξερε παραδοσιακούς χορούς, α, και να μην ξεχνάμε πως κατείχε και την τέχνη του αργαλειού.
   Αράδιασε ένα –ένα στο μυαλό όλα της τα προσόντα. Ξαναχαμογέλασε ικανοποιημένη. Φυσικά και θα μπορούσε να προσφέρει! Το ήθελε όσο τίποτα άλλο. Για την ακρίβεια, το είχε ανάγκη. Ακριβώς όπως είχε ανάγκη να ανήκει κάπου…

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα http://samiakonvima.blogspot.gr/ στις 4 Αυγούστου 2014)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου