Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

Στις λεπτομέρειες…



                                                                             Jan Vermeer

   Στάθηκε για λίγο σκεφτική στην εξώπορτα του σπιτιού. Πόσες και πόσες φορές την είχε διαβεί αυτήν την πόρτα! Εκατοντάδες φορές τα τελευταία χρόνια. Και να που τώρα μέτραγε τις τελευταίες…
   Σκέφτηκε με θλίψη πως, τελικά, χειρότερο κι απ’ το να χάσει κανείς δικούς του ανθρώπους, είναι να μην βρίσκει χρόνο να τους θρηνήσει. Τουλάχιστον, όχι όταν πρέπει, όταν έχει ανάγκη να κλάψει, να ξεσπάσει.
   Υπομένεις στωικά το μαρτύριο, να περάσει η μπόρα, κάνοντας παράλληλα κι όλα αυτά που πρέπει για την ταφή, άχαρες αλλά απαραίτητες γραφειοκρατικές διαδικασίες, καθώς επίσης να δώσεις κουράγιο σε αυτούς που έχουν περισσότερη ανάγκη, γιατί εσύ πλάστηκες πιο δυνατή. Αντέχεις…
   Αντέχεις, αλλά ξαφνικά, μετά από λίγο καιρό, σε πιάνουν τα κλάματα σε μια ξένη κηδεία, ενός ανθρώπου που δεν γνώριζες καν. Κι απορείς, πού κρυβόταν μέσα σου τόσος πόνος…
   Κουνάει ζωηρά το κεφάλι της, να διώξει τις άσχημες σκέψεις. Έχει πολλή δουλειά να κάνει, ας μην χάνει χρόνο. Μπαίνει πρώτα στην κουζίνα. Τοποθετεί σε κούτες ό,τι βρίσκει. Στέκεται σε ένα ροζ διάφανο πιάτο. Το κοιτάζει κι η μυρωδιά του χαλβά, που σέρβιρε πάντα σε αυτό η γιαγιά της με καμάρι, της έρχεται θαρρείς στη μύτη. Θυμάται τη χαρά της, σαν παιδί, όταν έβλεπε αυτό το γλύκισμα. Χαμογελά. Η επιθυμία να συνεχίσει η ίδια την παράδοση αυτή γεννιέται και γιγαντώνεται σε κλάσματα δευτερολέπτου, θα έχει κι ένα ενθύμιο από κείνη, σκέφτεται και κρατάει το πιάτο στην άκρη. Λεπτομέρειες είναι αυτές που κρατάνε στη μνήμη και την καρδιά μας τα σημαντικότερα της ζωής μας…
   Πακετάρει τα πράγματα του σαλονιού και του καθιστικού. Όσο περνάει η ώρα, τόσο πιο αργές γίνονται οι κινήσεις της. Δεν είναι από την κούραση. Είναι που εσκεμμένα καθυστερεί να μπει στο υπνοδωμάτιο. Τον ιερό χώρο των παππούδων της. Αυτό θα είναι το πιο δύσκολο για κείνη.
   Σταματάει για λίγο, ανάβει τσιγάρο. Θέλει κουράγιο να μπει κανείς εκεί μέσα, να αγγίξει τα πολύ προσωπικά τους πράγματα. Νιώθει σαν να ‘ναι ιεροσυλία. Κι έπειτα, αυτό θα δηλώνει το τέλος, το οριστικό. Ενώ μέχρι τώρα όλο και περίμενε να τους δει μπροστά της, βγαίνοντας ή μπαίνοντας σε κάποιο δωμάτιο. Όλο και περίμενε να ακούσει τη φωνή τους…
   Δεν την παίρνει για άλλη καθυστέρηση. Είναι κάτι που πρέπει να γίνει, αργά ή γρήγορα. Μαζεύει σεντόνια και παπλώματα και τα τοποθετεί προσεκτικά σε κούτες. Ανοίγει την ντουλάπα με τα ρούχα. Ορισμένα ανήκουν σε μακρινές, ξεχασμένες εποχές. Τα αγγίζει. Κάποια από αυτά τα θυμάται φορεμένα. Αναδύουν τη μυρωδιά της γιαγιάς και του παππού αλλά και μια ανεπαίσθητη κλεισούρα. Βρίσκουν κι αυτά τη θέση τους στις κούτες. Θα τα δώσει στο γηροκομείο - επιθυμεί να έχουν, τουλάχιστον αυτά, μια συνέχεια στη ζωή.
   Στα συρτάρια βρίσκει διάφορα πράγματα, άλλα για πέταμα κι άλλα για φύλαγμα, ενθύμια, όπως κάτι παλιά λαχεία του ’80, διπλώματα, η αίτηση σύνδεσης του ηλεκτρικού ρεύματος το έτος 1970, λιγοστά παλιά βιβλία, βεβαιώσεις απ’ τον πόλεμο, για τον οποίο τόσο πολύ ο παππούς ήθελε να της μιλήσει, αλλά δυστυχώς λίγες φορές του ‘δωσε την ευκαιρία. Τι παράξενο!, σκέφτεται, αναβάλλουμε συνεχώς πράγματα για αργότερα, λες κι είμαστε σίγουροι πως θα ζήσουμε για πάντα. Κι όταν το αποφασίζουμε, έχουμε χάσει πια την ευκαιρία… Πόσο μας ξεγελάει η ζωή! Αποφασίζει, στο εξής, να μην αναβάλλει τίποτα.
   Συνεχίζει να ξεσκαρτάρει. Δεν είναι εύκολο, μέσα σε λίγα συρτάρια έχουν στοιβαχτεί οι αναμνήσεις μιας ολάκερης ζωής.
   Μια ολόκληρη ζωή, σκέφτεται με λύπη, και μια ζωή μαζί οι δυο τους. Πώς είναι άραγε να μοιράζεσαι μια ολόκληρη ζωή; Κάποιοι δεν αντέχουν ούτε χρόνο.
   Κάπου εκεί, ανάμεσα στα χαρτιά, στο κομοδίνο της γιαγιάς, βρίσκει ένα πολυκαιρισμένο χαρτάκι. Το ανοίγει προσεκτικά και διαβάζει: «Στην αγαπημένη μου σύζυγο, για τα 34 χρόνια του γάμου μας»…

(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου