Σάββατο, 6 Ιουνίου 2015

Καθημερινές εικόνες μιας μεγαλούπολης





   Για άλλη μια φορά, για άλλη μια μέρα, το λεωφορείο της γραμμής, το Γ2, πιστό στο ραντεβού του, με μετέφερε στον προορισμό μου. Διαδρομή επιστροφής, Λιοσίων – Άγιοι Ανάργυροι.
   Διαδρομή επιστροφής στο σπίτι, στις δύο παρά το μεσημέρι. Στη στάση, κάθε φορά, κι όσο περιμένω το λεωφορείο μου να έρθει, ανάμεσα στα δεκαπέντε περίπου άλλα λεωφορεία που περνάνε από κει, μπλέκομαι ανάμεσα σε λογιών – λογιών ανθρώπους και συναντώ κάθε καρυδιάς καρύδι.
   Στο πεζοδρόμιο γίνεται το αδιαχώρητο από κόσμο. Είναι που αυτή η στάση εξυπηρετεί πολλά δρομολόγια, πολλές περιοχές. Άνθρωποι (λίγοι ομολογουμένως) ντυμένοι στην τρίχα, μοντελάκια, που λες και βγήκανε από τις σελίδες κάποιου περιοδικού. Τόσο, που καμιά φορά απορείς που χρησιμοποιούνε συγκοινωνία, μαζί με τους “κοινούς” θνητούς, και δεν κυκλοφορούν με τις αμαξάρες τους. Είναι ενδιαφέρον βέβαια το ότι δεν κατευθύνονται στα βόρεια προάστια…
   Άνθρωποι της μικρομεσαίας τάξης, αξιοπρεπείς, με το μετρημένο ντύσιμό τους. Δεν προκαλούν με τα ρούχα ή τη συμπεριφορά τους, είναι σταθερή αξία. Αν και η σταθερότητα της μικρομεσαίας τάξης παραπαίει το τελευταίο διάστημα.
   Υπάρχουν αυτοί που, τους βλέπεις, ανήκουν στα χαμηλά στρώματα, αδύνατοι, καχεκτικοί, με ρούχα ανόμοια, καμπουριασμένους ώμους, να προσμένουν, λες, με μια υποψία παραίτησης, όχι το λεωφορείο, αλλά κάτι που ίσως δεν έρθει ποτέ… Είναι περίεργο το συναίσθημα που σου βγάζουν, συμπόνιας και φόβου μαζί. Φόβου για μια κατάσταση που βρίσκεται πολύ κοντά σου, νιώθεις κατά κάποιον τρόπο την ανάσα της, ακόμα και το άγγιγμά της. Κι αυτό σου προκαλεί ένα τέτοιο ρίγος στη ραχοκοκαλιά, που βιάζεσαι να απομακρυνθείς, να φύγεις, να το βάλεις στα πόδια άρον – άρον, λες και κινδυνεύεις από αυτούς κι όχι από κάτι άλλο…
   Κι είναι τέλος κι αυτοί που ανήκουν σε μια κατηγορία που θα ‘θελες να μην υπάρχει, αλλά δυστυχώς φωνάζει τρανταχτά την παρουσία της, έτσι, για να σου θυμίζει ακόμα περισσότερο πως κάτι δεν πάει καλά στην κοινωνία μας, κάπου έχουν γίνει μοιραία λάθη, κάπου έξω ο κίνδυνος καραδοκεί. Για να μην ησυχάζεις ποτέ από το φόβο, να μην επαναπαύεσαι… Η καρδιά σου λιώνει πραγματικά όταν τους βλέπεις, λιωμένοι κι οι ίδιοι, απομεινάρια ενός εαυτού αλλιώτικου, ζωντανού… Ναρκομανείς, παραπατάνε ή είναι μπαταρισμένοι σε μια γωνιά, πάντως είναι οφθαλμοφανής η κατάστασή τους. Και το πιο τραγικό, είναι αρκετοί…
   Κατεβαίνω απ’ το λεωφορείο πραγματικά κουρασμένη, και δεν είμαι σίγουρη αν είναι σωματική ή ψυχολογική η κούραση αυτή.
   Περπατώ στην οδό Ιθάκης κι από μακριά βλέπω τον κάθετο δρόμο που θα με οδηγήσει σπίτι. Ο δρόμος που διαβαίνω είναι βρώμικος. Πεταμένα χάρτινα καφάσια δεξιά κι αριστερά, σκόρπιες σακούλες με πραμάτεια μέσα. Αγγουράκια τελευταίας διαλογής, ντομάτες χτυπημένες, πατάτες μισοσαπισμένες, μαρούλια αφυδατωμένα κλπ. Είχε λαϊκή σήμερα σε τούτον το δρόμο, όπως καθημερινά έχει σε πολλές συνοικίες, κι οι πωλητές φεύγοντας αφήνουν το τελευταίο και πιο δυσκολοπούλητο εμπόρευμα στο πεζοδρόμιο, για τους απόρους.
   Δειλά - δειλά εμφανίζονται κάποιοι κάτοικοι της γύρω περιοχής. Σκυφτοί, σαν να προσπαθούν να περάσουν απαρατήρητοι. Μαζεύουν από κάτω ό,τι φαγώσιμο μπορεί να τους φανεί χρήσιμο και μετά, πάλι σκυφτοί, γυρνάνε γρήγορα σπίτι τους. Εάν έχουν σπίτι… Παράλληλα, εμφανίζονται κι αυτοί με τα καροτσάκια του σούπερ μάρκετ. Ψάχνουν στα σκουπίδια, όχι μόνο για φαγώσιμα αλλά και για είδη ανακυκλώσιμα.
   Καθημερινός αγώνας επιβίωσης.
   Καθημερινές εικόνες μιας όμορφης αλλά και πληγωμένης Αθήνας.

 (Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα samiakonvima.blogspot.gr/ στις 25 Μαΐου 2015)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου