Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

Έρωτας άνεμος





   Είναι καιρό τώρα που πάει στη δουλειά χαρούμενη. Σιγοτραγουδά απ’ το πρωί που σηκώνεται, ντύνεται με ευχαρίστηση και στο δρόμο χαμογελά σαν να γνωρίζει όλον τον κόσμο που συναντά, παρόλο που δεν γνωρίζει κανέναν. Οι ώρες που περνούνε, από το σχόλασμα έως την επόμενη μέρα που θα ξαναβρεθεί στη δουλειά, της φαίνονται καθημερινά σαν ένας μικρός αιώνας που της φέρνει πλήξη και νευρικότητα, ορισμένες φορές και θλίψη.
   Την έχει παρατηρήσει κι η ίδια, εδώ και κάποιες εβδομάδες, αυτήν την αλλαγή της διάθεσής της. Όταν βρίσκεται στη δουλειά, νιώθει σαν ήλιος που ακτινοβολεί με τις πιο λαμπερές ακτίνες του. Σαν πανέμορφο μπουμπούκι, που ανοίγει τα πέταλά του. Ενώ όταν γυρνάει σπίτι, νιώθει σαν νύχτα δίχως άστρα. Σαν λουλούδι δίχως πέταλα, μαραμένο μέσα σε ένα ξεχασμένο ανθοδοχείο.
   Ομολογεί πως της αρέσει να είναι χαρούμενη, να έχει θετική διάθεση, να σιγοτραγουδά και να είναι αισιόδοξη. Δεν είναι καθόλου ωραίο να συναντά κανείς μουντούς ανθρώπους, δεν είναι ωραίο ούτε για τον εαυτό του να είναι κανείς μουντός, στυφός κι αγέλαστος.
   Στην αρχή είχε παραξενευτεί. Πάντα της άρεσε η εργασία της αλλά ποτέ πριν δεν είχε νιώσει αυτήν την τόσο περίεργη κι ακατανόητη ευφορία. Άρχισε να παρατηρεί τον εαυτό της σε καθημερινή βάση, ώστε να λύσει το μυστήριο. Πρόσεχε πότε είναι χαρούμενη και πότε όχι, με μια πιο συνειδητοποιημένη ματιά. Γιατί δεν είναι πάντα εύκολο να ψυχολογήσει κανείς τον εαυτό του, να ξεθάψει πράματα που ‘ναι κρυμμένα στα βάθη της ψυχής του.
   Άρχισε λοιπόν να παρατηρεί με προσοχή. Ώσπου κατάλαβε. Ήταν ερωτευμένη. Ήταν ερωτευμένη με έναν καινούριο συνάδελφό της, τον Πάνο. Έπιασε τον εαυτό της πολλές φορές να τον κρυφοκοιτάζει την ώρα που κανείς δεν την πρόσεχε, ή να ανοίγει τα αυτιά σαν ραντάρ μην τυχόν και χάσει μία του λέξη. Κάθε φορά που περνούσε από μπροστά της, εκείνη έσκυβε το κεφάλι από φόβο μην την προδώσει το βλέμμα της. Δεν ήθελε να το καταλάβει κανείς (κι η ίδια μόλις το είχε αντιληφθεί).
   Ο Πάνος ήταν διασώστης. Έσωζε ζωές. Κι ενώ αυτό από μόνο του ήταν αρκετό, ενώ από μόνο του ήταν άξιο σεβασμού αλλά και θαυμασμού, εκείνος είχε κάτι παραπάνω. Αυτό το κάτι παραπάνω που τραβά την προσοχή και κάνει κάποιον να ξεχωρίζει από όλους τους υπόλοιπους. Απέπνεε μια σιγουριά που τη μετέδιδε στους άλλους και τους έκανε να νιώθουν ασφαλείς. Είχε αυτοπεποίθηση κι εμπιστοσύνη στον εαυτό του, κι έτσι έκανε και τους άλλους να τον εμπιστεύονται. Έλεγε λίγα λόγια και σταράτα, άσε που πάνω στη δουλειά δεν χρειαζόταν να λέει και πολλά.
   Πηγαινοερχόταν στους χώρους που βρισκόντουσαν, με γρήγορα και σταθερά βήματα. Σε κάποιες περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης ορμούσε σαν ταύρος για να βοηθήσει, άλλες φορές κατηύθυνε τους υπόλοιπους διασώστες ώστε να κάνουν σωστή ομαδική δουλειά. Πάνω στην κρίση της στιγμής φώναζε για ό,τι χρειαζόταν, άλλες φορές μιλούσε γλυκά κι ήρεμα σε κάποιον που είχε μόλις σώσει.
   Δεν καθόταν ποτέ ήσυχος σε ένα μέρος, όλο βρισκόταν σε κίνηση, όλο κάτι έκανε. Έδινε την εντύπωση πως και στην υπόλοιπη ζωή του δεν καθόταν σε ησυχία, πως ήταν ανήσυχο πνεύμα. Πως δεν ήταν από τους άνδρες τους αραχτούς στον καναπέ, ίσως αγκαλιά με μια γυναίκα, που αφήνει το χρόνο να κυλά μάταια, χωρίς σκοπό.
   Τον κοιτούσε λες και την είχε μαγνητίσει. Λες και το βλέμμα της ήταν φυλακισμένο πάνω του. Ήταν ερωτεύσιμος. Μέχρι θανάτου.  Αλλά από τους έρωτες τους άπιαστους. Που δεν τιθασεύονται. Που δεν μπορείς να τους δεσμεύσεις. Που δεν θες να τους δεσμεύσεις, γιατί ξέρεις πως θα χάσουν όλη τη μαγεία που κουβαλούν πάνω τους. Ήταν αέρας, ήταν άνεμος. Το καταλάβαινες αυτό με την πρώτη ματιά. Το κατάλαβε κι εκείνη. Αλλά δεν την πείραξε. Της αρκούσε έστω να τον θαυμάζει…


(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου