Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Νυχτερινοί προβληματισμοί



 
J. M. W. Turner, Χιονοθύελλα – Ατμόπλοιο έξω από το λιμάνι 
(1842)
   Το δωμάτιο ήταν μισοσκότεινο, το μοναδικό ίχνος φωτός προερχόταν από ένα μικρό, παλιό λαμπατέρ που αχνόφεγγε. Δίπλα του, μια μεγάλη βαθιά πολυθρόνα. Η αγαπημένη της πολυθρόνα. Καθόταν εκεί επί ώρες, συνήθως τα βράδια, όταν όλοι είχαν αποκοιμηθεί, και διάβαζε κάποιο βιβλίο ή έγραφε στο ημερολόγιό της – παρέα, συνήθως, με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί.
   Ένιωθε πολύ τυχερή που είχε καταφέρει να έχει ένα δικό της, κατάδικό της δωμάτιο. Το χρησιμοποιούσε ως γραφείο για τη δουλειά της αλλά και ως καταφύγιο. Κι αυτό, γιατί τα τελευταία χρόνια ένιωθε, ολοένα και περισσότερο, την ανάγκη να καταφεύγει σε αυτό.
   Είχε δυο κόρες, δίδυμες, στην πιο κρίσιμη ηλικία, στην εφηβεία. Ποιος δεν ξέρει τι σημαίνει εφηβεία; Γκρίνιες, τσακωμοί, νεύρα, αντίδραση και πολλά άλλα συνέθεταν την καθημερινή εικόνα της ζωής της. Κι όλα αυτά, μάλιστα, εις διπλούν και ταυτόχρονα.
   Έτσι κι απόψε το βράδυ, είχε κλειστεί στο καταφύγιό της, είχε βολευτεί στην πολυθρόνα, κράταγε σημειώσεις στο ημερολόγιο και είχε για παρέα ένα ποτήρι κόκκινο ημίγλυκο κρασί και τις νότες ενός δίσκου κλασσικής μουσικής, σε πολύ χαμηλή ένταση.
   Τα κορίτσια έλειπαν. Είχαν βραδινή έξοδο κι εκείνη θα καθόταν και θα περίμενε μέχρι να γυρίσουν. Όπως ακριβώς έκαναν, κάνουν και θα εξακολουθήσουν να κάνουν όλες οι μάνες στις πρώτες εξόδους των παιδιών τους.
   Είχε τσεκάρει τα ρούχα και το μακιγιάζ των κοριτσιών - δεν τα ενέκρινε απόλυτα, αλλά είχε απελπιστεί πια να τους λέει την άποψή της κι εκείνες να απαντούν πως όλα τα κορίτσια έτσι ντύνονται και βάφονται στην εποχή τους. Με μια επιμονή μάλιστα, θαρρείς και της τόνιζαν πως πάει πια, η δική σου εποχή πέρασε, η μπογιά σου ξέβαψε, κάτσε στα αυγά σου και μη μιλάς. Ώρες -ώρες, ένιωθε σαν να γλίστραγε ο χρόνος (αλλά και η κατάσταση) μέσα από τα χέρια της… Άραγε το ένιωθαν αυτό κι άλλοι γονείς;
   Τον τελευταίο καιρό σκεφτόταν συχνά τη δική της εφηβεία, εκείνα τα χρόνια που πια φαινόντουσαν τόσο μα τόσο μακρινά. Της ήταν αδύνατον να μην κάνει συγκρίσεις. Στον τρόπο που ντυνόντουσαν, στον τρόπο που συμπεριφερόντουσαν και που μιλούσαν, στις εξόδους τους και την ώρα επιστροφής, στα μέρη που διασκέδαζαν και σε πολλά άλλα πράγματα, ασήμαντα ή σημαντικά. Οι διαφορές φάνταζαν τόσο μα τόσο μεγάλες!
   Και κάπου εκεί αναρωτιόταν. Πώς προέκυψαν τόσο μεγάλες αλλαγές με την πάροδο τόσων λίγων ετών; Ποιος καθορίζει την «εποχή», για την οποία μιλούσαν τα κορίτσια της; Πώς αλλάζει τόσο πολύ η κοινωνία; Ή να πούμε καλύτερα «οι τάσεις της»; Μια κοινωνία που θα περίμενε κανείς πως θα ωρίμαζε, θα έκανε μια θετική πρόοδο προς τα εμπρός κι όχι μια βουτιά προς τα κάτω, όπως το έβλεπε η ίδια τώρα.
   Μέσα σε όλα αυτά, γενικότερα σκεπτόμενη, αδυνατούσε να καταλάβει πώς γίνεται να αλλάζουν τα δεδομένα ορισμένων εννοιών όπως η ηθική κι οι αξίες. Για παράδειγμα, γιατί παλιά θεωρούσαν ανήθικη μια γυναίκα με προκλητικό ντύσιμο και σήμερα όχι; Με την ίδια σκέψη, σε μερικά χρόνια δε θα έπρεπε να μας προκαλεί εντύπωση αν δούμε να κυκλοφορούν γυμνοί οι άνθρωποι. Ή, άλλο παράδειγμα, γιατί παλιά οι άνθρωποι μιλούσαν πολύ για εντιμότητα, ενώ σήμερα κοντεύουν να ξεχάσουν τι σημαίνει αυτό;
   Γίνεται να αλλάξει η ηθική; Οι αξίες; Γίνεται να αλλάζουμε πράγματα (που θεωρούσαμε σταθερά) κατά πώς μας βολεύει; Κι αν αλλάζουμε τις σταθερές της ζωής μας, τότε τι θα γίνει με τα υπόλοιπα;  Και κάπου εκεί την έπιανε ένας μεγάλος θυμός γιατί ένιωθε σαν να της λένε πως η ζωή της όλη στηρίχτηκε σε λάθος βάσεις, σε λάθος θεωρίες, σε μια «κινούμενη εποχή»... Κινούμενη, σαν την άμμο που σε καταπίνει…
   Αναστέναξε κι ήπιε μια γουλιά απ’ το κρασί της. Έκλεισε τα μάτια και, μπερδεμένη ακόμα, αφέθηκε στη γλυκιά μελωδία της μουσικής.


(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα)                       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου