Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Το άλλο της μισό



 
Γεύσω Παπαδάκη-πάντα θαν' αργά

   Ο τρόπος που περπατούσε, με πεσμένους ώμους κι έναν βηματισμό κουρασμένο, την έκαναν να φαίνεται μεγαλύτερη από την πραγματική της ηλικία. Η αλήθεια είναι πως ήταν -δεν ήταν τριανταπέντε χρόνων. Άσχετα αν εκείνη ένιωθε μέσα της μεγαλύτερη, κι αυτό ήταν που πρόδιδε κι η εικόνα της.
   Άτυχη γυναίκα. Μέχρι τώρα δεν είχε καταφέρει να βρει ένα σταθερό απάγκιο λιμάνι, μια αγκαλιά που θα τη ζεσταίνει για το υπόλοιπο της ζωής της, έναν άνθρωπο που θα την ανέβαζε εκεί όπου όλους η πραγματική αγάπη ανεβάζει.
   Έκανε κάποιες σχέσεις κατά καιρούς, αλλά όλες αποτυχημένες. Κρατούσαν μήνες και μετά ξαφνικά μια μέρα έληγαν. Μα ήταν πράγματι ξαφνικά; Εντέλει ίσως όχι και τόσο. Ήταν κι εκείνη ιδιότροπη κατά έναν τρόπο, φαινόταν να ζητά πολλά από τον άλλον, να έχει πολλές απαιτήσεις. Μια ζωή θα έμενε μαζί του άλλωστε, τον ήθελε όπως τον είχε φανταστεί, όπως πίστευε ότι θα ήταν ο ιδανικός άνδρας για κείνη.
   Ήταν σίγουρη πως υπήρχε ο ιδανικός άνδρας για κείνη. Κάπου, μέσα σε ολόκληρο τον κόσμο, κάπου υπήρχε κι αυτός. Σίγουρα. Την περίμενε να μπει στη ζωή του, ή τον περίμενε, για την ακρίβεια πίστευε πως  έψαχναν κι οι δύο να βρουν το άλλο τους μισό. Πίστευε πως κάποια στιγμή, σίγουρα, το δίχως άλλο, θα τον συναντούσε. Και τότε θα το καταλάβαινε, από την πρώτη στιγμή νόμιζε πως θα το καταλάβαινε, πως ήταν αυτός. Ο ένας και μοναδικός.
   Είχε ακούσει μια ιστορία κάποτε, που της άρεσε πολύ. Μιλούσε για το άλλο μας μισό πορτοκάλι, γιατί παρομοίαζε τους ανθρώπους με πορτοκάλια. Χαζό ίσως, αλλά συνάμα και τόσο όμορφο. Όλοι οι άνθρωποι, έλεγε η ιστορία, έχουμε κάπου στον κόσμο χαμένο το άλλο μας μισό, ολόιδιο πορτοκάλι και πρέπει να ψάξουμε να το βρούμε. Σκοπός μας στη ζωή είναι να το βρούμε.
   Έτσι κι αυτή, έψαχνε εναγωνίως να το βρει. Προχωρούσε στο δρόμο και κοιτούσε καλά-καλά τους περαστικούς. Ανίχνευε στις κινήσεις τους, στους μορφασμούς τους, στα μάτια τους, μην και δει κάτι, ένα σημάδι  και το αναγνωρίσει.
   Έμπαινε στα καταστήματα και περιεργαζόταν τους πωλητές. «Έχω το ιδανικό παπούτσι για εσάς», της έλεγαν κάποιοι, κι εκείνη διερωτόταν αν υπήρχε κρυφό νόημα στις λέξεις τους. Πήγαινε στις τράπεζες, σε υπηρεσίες άλλες, κι αν κάποιος δε φορούσε βέρα, αναρωτιόταν, μήπως ήταν το άλλο της μισό; Μήπως ήταν αυτός που την περίμενε, αυτός που θα την έκανε δική του για πάντα;
   Μια φορά, στη βιβλιοθήκη, νόμισε πως ήταν πολύ κοντά, πως το ταλαίπωρο ταξίδι της αναζήτησής της είχε λάβει τέλος. Ένας άνδρας, πάνω κάτω στην ηλικία της, διάβαζε με μεγάλη προσοχή ένα βιβλίο. Στάθηκε δίπλα στην πόρτα και τον κοιτούσε καθώς εκείνος καθόταν στο αναγνωστήριο. Ήταν μόνος, δεν φορούσε βέρα, ήταν όμορφος και απόλυτα προσηλωμένος στο βιβλίο του – άρα του άρεσε να διαβάζει, κι όσοι διαβάζουν, όπως πίστευε εκείνη, είναι ιδιαίτεροι άνθρωποι.
   Πήρε ένα βιβλίο στα βιαστικά από ένα ράφι και κάθισε δίπλα του. «Καλημέρα», του είπε, κι εκείνος ανταπέδωσε φιλικά. Οι ελπίδες της αναπτερώθηκαν, η καρδιά της φτερούγισε. Ήταν Εκείνος;…
   Δεν κράτησε για πολύ η χαρά της, σε λίγο μια κοπέλα τον πλησίασε, εκείνος σηκώθηκε κι έφυγαν αγκαλιά. Τους κοιτούσε, απογοητευμένη, να απομακρύνονται. Πώς την αγκάλιαζε τρυφερά! Πώς έσκυψε και της φίλησε απαλά το μάγουλο! Πώς την κοιτούσε! Άραγε, θα βρισκόταν κάποιος επιτέλους να κοιτάξει κι εκείνη έτσι; Θα βρισκόταν ο τέλειος για κείνη; Το άλλο μισό της;
   Καιρό τώρα έψαχνε. Καιρό τώρα αγωνιούσε. Κι όσο πιο πολύ έψαχνε, τόσο οι ώμοι της γίνονταν πιο σκυφτοί, τόσο εκείνη φαινόταν μεγαλύτερη λόγω εσωτερικής κούρασης. Δεν την ένοιαζε όμως. Ήξερε πως όταν τον βρει, θα ανθίσει, θα ομορφύνει, θα ακτινοβολεί, όπως μόνο ένας ερωτευμένος μπορεί.

 (Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα)

2 σχόλια:

  1. καθε φορα που διαβαζω κειμενα σου εκπλήσσομαι ...ειμαστε τυχεροι που σε εχουμε ( εμεις οι σαμιωτες)

    ΑπάντησηΔιαγραφή