Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

Η πιο γλυκιά λέξη





   «Μαμά…», ακούς σχεδόν κάθε πέντε λεπτά, σε ένα σπίτι όπου υπάρχει ένα άρρωστο παιδί.
   Κι όταν λέμε άρρωστο, μπορεί να εννοούμε ένα απλό κρυολόγημα, ένα συναχάκι, έναν πονόκοιλο από τις πολλές σοκολάτες λόγου χάριν, κάτι που ίσα – ίσα θα το κάνει να νιώσει αδιάθετο και θα το ρίξει στο κρεβάτι για μερικές ώρες ή αλλιώς τριήμερο σε περίπτωση ίωσης.
   «Μαμά…», λοιπόν, κι η μαμά τρέχει αλαφιασμένη στο δωμάτιο του παιδιού να δει τι γίνεται, γιατί αυτή η τόσο απελπισμένη κι αδύναμη φωνούλα την καλεί και πάλι, μήπως χειροτέρεψε, μήπως κάτι συνέβη;
   Τρέχει αλαφιασμένη λοιπόν, παρατώντας ό,τι κάνει εκείνη την ώρα. Ακόμα κι αν μαγειρεύει, απλώνει ρούχα ή βρίσκεται στην τουαλέτα. Κι αυτό, γιατί η κάθε μάνα έχει το εξής χαρακτηριστικό: όταν την έχουν ανάγκη, πραγματική ή πλασματική, εκείνη βιάζεται και τρέχει να εξυπηρετήσει τους πάντες, ειδικά αν πρόκειται για το παιδί της.
   Χρόνια προσπαθούσα να το εξηγήσω αυτό, πώς ένας ανέμελος άνθρωπος αλλάζει τόσο. Τελικά, έχω καταλήξει πως οφείλεται στο ένστικτο της μάνας, αυτό που δημιουργείται και διαμορφώνεται από τη γέννηση ενός παιδιού και μετά, το οποίο σιγά – σιγά αργότερα διοχετεύεται και σε άλλους τομείς της ζωής της. Ξέρετε, αυτό, το να κοιμάται τα βράδια (και επί σειρά ετών) με το ένα μάτι ανοιχτό και τα αυτιά ορθάνοιχτα, μην την χρειαστεί το βρέφος, μην θελήσει κάτι το παιδί, μην τυχόν ακούσει κλάμα ή έστω ψίθυρο, με αποτέλεσμα φυσικά την επόμενη μέρα να νιώθει εξαντλημένη αλλά να μην την νοιάζει καθόλου. Αυτό, που παρατηρεί προσεκτικά την κάθε του ανάσα, την κάθε του γκριμάτσα, την κάθε του κίνηση, κάνοντας δήθεν ότι ξεσκονίζει το σύνθετο ή μεταφέρει ένα βάζο, ή ακόμα κι όταν αυτό αγγελικά κοιμάται. Οι «κεραίες» της, με αυτήν την χρόνια εξάσκηση, εκπαιδεύονται και πιάνουν πολλά σήματα…
   Τόσο νοιάζεται για το παιδί της κι είναι πάντα «έσω έτοιμη», όπως οι πρόσκοποι, να το βοηθήσει. Δε θα την πειράξει όσες φορές κι αν ακούσει τη λέξη μαμά, πόσο μάλλον σε περίπτωση ασθενείας. Αυτός είναι ο ρόλος της, ή, έστω, ένας από τους ρόλους της. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι της αρέσει όταν τη χρειάζονται, της αρέσει να νιώθει χρήσιμη.
   «Μαμά…», ακούγεται, κι εκείνη τρέχει να δει τι συμβαίνει, τρέχει να πάει τσαγάκι, να πάει σουπίτσα, να κάνει εντριβές στην κοιλίτσα, να πει: «Μην ανησυχείς, η μανούλα είναι εδώ». Κι αυτή η αίσθηση, της μαμάς που είναι πάντα μα πάντα δίπλα μας, πόσο μας καθησυχάζει! Όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσο μεγάλοι κι αν έχουμε γίνει πια! Ακόμα κι αν έχουμε γίνει κι εμείς γονείς.
   «Πόσο θα ήθελα να είχα κι εγώ τη μαμά μου κοντά όταν αρρωσταίνω», είπα μελαγχολικά στην κόρη μου μια μέρα που ήταν άρρωστη. Τη ζήλεψα πραγματικά. Ένιωσα σαν να χρειαζόμουν κι εγώ λίγη φροντίδα και στοργή, κι είναι λογικό να το νιώθουν αυτό οι μαμάδες πότε – πότε. Θεωρούνται δεδομένες, θεωρούνται ο βράχος της οικογένειας, ότι δεν αρρωσταίνουν ποτέ, αλλά μια στο τόσο χρειάζονται κι αυτές κάπου να ακουμπήσουν για λίγο… Και μάλιστα σε μια μαμά, τη δική τους μαμά, ακριβώς γιατί εκείνη είναι συνδεδεμένη με τις αρρώστιες των παιδικών τους χρόνων.
   «Πόσο θα ήθελα να είχα τη μαμά μου, να μου φέρει μια σουπίτσα», ξαναείπα εξασθενημένη, πριν λίγο καιρό που ήμουν άρρωστη. Τότε που άρχισα να συνειδητοποιώ πως δεν είναι κακό να κρεβατωνόμαστε πότε –  πότε κι εμείς οι μαμάδες. Πόσο να αντέξουμε πια;…
   Και φαίνεται πως ο Θεός άκουσε την επιθυμία μου και την τελευταία φορά που αρρώστησα βρέθηκα στο σπίτι της. Ξαπλωμένη, με πυρετό, άκουγα από το υπνοδωμάτιο τη φωνή της στην κουζίνα: «Γιώργο, να ετοιμάσουμε μια σούπα για το παιδί»…
   Κι ο επίσης αγαπημένος μπαμπάς να τη φέρνει σε λίγο...


(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα samiakonvima.blogspot.gr/ στις 4 Μαΐου 2015)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου