Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Όταν φυσάει ο άνεμος


φωτογραφία Νίκος Τσούλος

   Κάθομαι στην κορφή του λόφου κι αγναντεύω. Βλέπω την πόλη μου από ψηλά και την καμαρώνω. Σκέφτομαι πόσο όμορφη είναι και πως δε θα μπορούσε να είναι ομορφότερη, ή τουλάχιστον, αυτήν την εικόνα δίνει από την απόσταση στην οποία βρίσκομαι.
   Έρχομαι συχνά εδώ κι αγναντεύω. Έρχομαι συχνά, όταν θέλω η σκέψη μου να ξεφύγει και να απλωθεί όσο γίνεται μακρύτερα. Υπάρχουν κι αυτές οι στιγμές στη ζωή μας. Οι στιγμές που θέλει κανείς να αποστασιοποιηθεί από τα πάντα που τον απασχολούνε, να τα κοιτάξει από απόσταση, να τα μελετήσει, να δει το μέγεθός τους. Τελικά είναι μικρά; Είναι μεγάλα; Είναι άξια της τόσης προσοχής κι αναστάτωσης που προκαλούνε, ή μήπως τελικά όχι;
   Από μακριά κι από ψηλά όλα φαίνονται αλλιώς. Πιο όμορφα, πιο απλά. Και πιο μικρά, τόσο μικρά, όσο έχεις ανάγκη να πιστέψεις… Τόσο μικρά που μοιάζουν ανίσχυρα να σε πληγώσουν πια… Κι εκεί αγαλλιάζει η ψυχή, σαν θαλασσοδαρμένη θάλασσα που ξαφνικά βρίσκεται σε ηρεμία, λες κι ένα μαγικό ραβδάκι την ακούμπησε και την ακινητοποίησε, λες και κάποιος αποφάσισε πως αρκετά βασανίστηκε, ώρα να γαληνευτεί.
   Κι ο χρόνος για λίγο παγώνει, σταματά. Σταματά κι επιτέλους καταφέρνεις να πάρεις μιαν ανάσα, καταφέρνεις να συμβαδίσεις με τα γεγονότα, να τα αντικρίσεις κατά μέτωπο, και χάνεται για λίγο η αίσθηση ότι όλα κυλούν τόσο γρήγορα που σε προσπερνούν και σε αφήνουν πίσω. Κι ας τρέχεις εσύ κατοστάρια να προλάβεις όσα θα έπρεπε, ή νόμιζες ότι θα έπρεπε. Τι δυσάρεστη αίσθηση κι αυτή να νιώθεις συνεχώς πως μένεις πίσω!...
   Σήμερα φυσάει. Ένα ελαφρό αεράκι φυσάει και πηγαίνει το πράσινο στοιχείο γύρω μου πέρα δώθε. Τα κλωνάρια των δέντρων, τα λουλούδια, οι πρασινάδες, λικνίζονται σε έναν απαλό ρυθμό. Σαν να χορεύουν στις νότες μιας κλασικής μουσικής. Πέρα δώθε, πέρα δώθε. Μαγνητίζουν τη ματιά σαν εκκρεμές, σαν το γιατρό που προσπαθεί να υπνωτίσει τον ασθενή. Κι εγώ αφήνομαι σε αυτό το πηγαινέλα και νιώθω να ηρεμώ ολοένα και περισσότερο. Οι μικρές γνωστές κινήσεις, τα μικρά γνωστά πράγματα μας ηρεμούν, αντιθέτως από τα ξαφνικά, τα βίαια, τα άγρια κι άγνωστα, που μας αποπροσανατολίζουν κι ενίοτε μας φοβίζουν.
   Κλείνω τα μάτια κι αφήνομαι σαν υπνωτισμένη να με παρασύρει ο απαλός αυτός ρυθμός. Νιώθω να κινούμαι κι εγώ σε ένα απαλό πέρα δώθε. Νιώθω κι εγώ σαν κομμάτι της γης, ένα λουλούδι, που το χαϊδεύει τρυφερά το φίλημα του ανέμου.
   …Και σκέφτομαι. Άθελά μου σκέφτομαι, πως κάπως έτσι είναι κι η ζωή μας. Στα δυνατά φυσήματα, στους άγριους ανέμους, αντιστεκόμαστε. Αντιστεκόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις, να μην μας ξεπατώσουν, να μην χάσουμε τη γη κάτω από τα πόδια μας. Αγωνιζόμαστε να κρατηθούμε στο κομμάτι γης που μας ανήκει, στο κομμάτι γης που είμαστε μέρος του, κομμάτι του. Αγωνιζόμαστε να μην χαθούμε…
   Στο ελαφρύ αεράκι όμως, το γλυκό κι ακίνδυνο αυτό αεράκι που θαρρείς πως σε χαϊδεύει τρυφερά, θαρρείς πως σου κάνει νάζια, παραδίνεσαι. Και πηγαίνεις μαζί του, απαλά, όπου πάει. Για λίγο το ακολουθείς, χωρίς αντιστάσεις, κι ας σε βγάζει απ’ το δρόμο σου, ας σε βγάζει απ’ το πρόγραμμά σου. Ξέρεις πως είναι παροδικό, θα περάσει. Το βλέπεις σαν μια εμπειρία, σαν κάτι καινούριο που θέλεις να γνωρίσεις, και καθυστερείς μαζί του, του δίνεις χρόνο, ερωτοτροπείς παιχνιδιάρικα, μαθαίνεις. Καμιά φορά νιώθεις πως το χρειαζόσουν κιόλας, σαν ένα διάλειμμα από το στάσιμο της καθημερινότητας.
   Κι όπως λικνίζομαι, με κλειστά ακόμα τα μάτια, στο φύσημα του αέρα, καθώς τον αφήνω να με παρασύρει απαλά στα αόρατα μονοπάτια του, σιγουρεύομαι όλο και πιο πολύ. Ναι, κάπως έτσι είναι κι η ζωή…


(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου