Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

Μοιραία λάθη



   Ένα από τα πράγματα που μου αρέσουν στην Αθήνα, είναι η ανωνυμία που μπορούμε να διατηρήσουμε. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Μπορούμε ακόμα και να πάμε με τις πυτζάμες μέχρι το περίπτερο, χωρίς να φοβόμαστε μήπως μας κατακρίνει κανείς.
   Ώσπου να φτάσουμε στον προορισμό μας βυθιζόμαστε στις σκέψεις μας, χωρίς να χρειαστεί να μιλήσουμε. Βρισκόμαστε, κατά κάποιον τρόπο, κι όσο περίεργο κι αν ακούγεται, επιτέλους μόνοι με τον εαυτό μας, παρά το γεγονός ότι βρισκόμαστε ανάμεσα σε εκατοντάδες ανθρώπους. Κι εγώ το χρειάζομαι πότε – πότε αυτό.
   Μια τέτοια μέρα, μέσα στο Μετρό, εκεί που απολάμβανα αυτή μου την ελευθερία, που είχα αφήσει τη σκέψη μου να καλπάζει σαν άγριο άλογο και να χάνεται σε απάτητες περιοχές, ήρθε ένα ζευγάρι και κάθισε απέναντί μου.
   Η κοπέλα μου τράβηξε την προσοχή. Φορούσε σκουλαρίκι στη μύτη, στο φρύδι, στα σαρκώδη χείλη της και καμιά δεκαριά στα αυτιά. Το μαλλί της κατάμαυρο, από αυτά τα εντυπωσιακά μαύρα που δένουν απόλυτα με το κατάλευκο δέρμα, σαν το δικό της. Όχι σγουρό, αλλά φουντωτό και μακρύ. Τα μάτια της τεράστια, αναδείκνυαν περισσότερο το όμορφο πρόσωπό της. Είχε τραβήξει με μολύβι μια μεγάλη γραμμή στο πλάι τους (ήταν και το μόνο ίχνος μακιγιάζ) και μου θύμισαν έντονα τα μάτια της Κλεοπάτρας, όπως συνήθως την βλέπουμε στις ταινίες. Στα δάχτυλά της φορούσε επίσης μια χούφτα δαχτυλίδια.
   Ήταν ψηλή, αδύνατη κι εντυπωσιακή. Το πολύ 25 χρόνων. Και παρά το γεγονός ότι ήταν φορτωμένη με ένα σωρό στολίδια, κάτι που πολλές φορές απωθεί παρά ελκύει, ίσως ήταν η ομορφότερη κοπέλα που είχα δει εδώ και πολύ καιρό. Από αυτές που σκέφτεσαι πως ο Θεός πρέπει να είχε μεγάλα κέφια όταν τις έπλασε. Από αυτές που σταματάς για να τις χαζέψεις, ακόμα κι αν είσαι γυναίκα. Από αυτές που λίγο, στο βάθος, ζηλεύεις, κι εύχεσαι να ήσουν κι εσύ έτσι - και δε θα ‘θελες τίποτα άλλο…
   Μια τέτοια γυναίκα δεν μπορεί παρά να συνοδεύεται από έναν όμορφο άντρα, σκέφτηκα, κι έστρεψα το βλέμμα μου πάνω του. Και τότε εντόπισα κάτι περίεργο. Κάτι κοινό μεταξύ των δύο. Τα μάτια τους ήταν γλαρωμένα, σαν να είχαν μόλις ξυπνήσει. Ίσως και παραπάνω από αυτό.
   Εστίασα την προσοχή μου στη συζήτησή τους. Μετά βίας άρθρωναν προτάσεις με νόημα. Άφηναν κενά, μπέρδευαν λέξεις. Σαν να μιλούσαν δυο τρίχρονα παιδιά. Μιλούσαν για κάποιον φίλο τους ο οποίος είχε πεθάνει από ναρκωτικά…
   Δε χρειάζεται να ξέρεις πολλά, στην Αθήνα συνηθίζεις σε τέτοιες εικόνες, τους αναγνωρίζεις σύντομα ή σχετικά σύντομα.
   Θυμήθηκα αμέσως την πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με τέτοιες καταστάσεις. Περνούσα από την Ομόνοια, στα δεκαεφτά μου, και σε ένα παγκάκι, σε κοινή θέα, αντίκρισα μια κοπέλα να καρφώνει τη σύριγγα στο χέρι της. Έτρεξα να φύγω, τότε, σαν να με κυνηγούσε ο διάολος…
   Αυτή τη φορά δεν ένιωσα την ανάγκη να φύγω.
   Αναρωτήθηκα ποια μάνα έχασε το αγγελούδι της, λυπήθηκα με τον πόνο που θα κουβαλούσε στην ψυχή της. Ένιωσα να την συμπονώ. Άσχημο πράγμα να μεγαλώνεις παιδί, με τόσα όνειρα που ξαφνικά γίνονται στάχτες…
   Ξανακοίταξα την κοπέλα. Ποια απωθημένα την οδήγησαν σε αυτό το σημείο άραγε; Ποιες καταστάσεις; Ήταν πράγματι αρκετές για να ξεπεράσει τα όρια; Δύσκολο να καταλήξεις στο τι ή ποιος φταίει, σε τέτοιες περιπτώσεις.
   Ήθελα να της πιάσω τα χέρια τρυφερά και να τη ρωτήσω: «Κορίτσι μου, ξέρεις πόσο όμορφη είσαι; Πόσο αξιοζήλευτη γι’ αυτό σου το προσόν; Ξέρεις πόσο υπέροχη θα ήταν η ζωή σου, αν διάλεγες άλλο μονοπάτι;».
   Πόσα πράγματα στη ζωή μας κάνουμε λάθος, μόνο και μόνο επειδή δεν έχουμε αυτογνωσία…

«Αντιλαμβάνομαι σήμερα πως τίποτα στον κόσμο δεν είναι τόσο δυσάρεστο για έναν άνθρωπο από το να πάρει το μονοπάτι που οδηγεί στον εαυτό του.» Έσσε Έρμαν


(Δημοσιευμένο στην εφημερίδα Σαμιακόν Βήμα samiakonvima.blogspot.gr/ στις 30 Μαρτίου 2015)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου